Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

«Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ ἐργασία τοῦ πένθους. Πόσα εἶναι τά εἴδη τοῦ πένθους καί ποιά ἡ διαφορά τῶν δακρύων» * μέρος β΄





ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΒ΄ (32)

Τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα

Ἀδελφοί, ἄς ἀγωνιστοῦμε νά ἀποκτήσουμε τή Μάρθα καί τή Μαρία, δηλαδή τήν κακοπάθεια καί τό πένθος, οἱ ὁποῖες κλαῖνε μπροστά στόν Σωτήρα, γιά νά ἀναστήσει τόν Λάζαρο τόν δεμένο μέ πολές πάνινες ταινίες, δηλαδή τόν νοῦ τόν δεμένο μέ τά θελήματά του. Καί Σωτήρας βέβαια δείχνει εὐσπλαχνία καί τόν ἀνασταίνει γιά χάρη τους, σέ αὐτές ὡστόσο μένει νά τόν λύσουν καί νά τόν ἀφήσουν ἐλεύθερο1. Καί ὅταν ἐλευθερωθεῖ Λάζαρος, τότε φαίνεται προθυμία τῆς Μαρίας καί τῆς Μάρθας· γιατί Λάζαρος ἀπό ἐκεῖ καί πέρα εἶναι ἀμέριμνος καί κάθεται μαζί μέ τόν Ἰησοῦ, ἐνῶ Μάρθα ἐκτελεῖ τήν ὑπηρεσία της2 μέ προθυμία καί χαρά καί Μαρία φέρνει τό ἀλαβάστρινο δοχεῖο τοῦ μύρου καί ἀλείφει τά πόδια τοῦ Κυρίου3γιατί Κύριος δέχεται τό πένθος σάν μύρο. κακοπάθεια πού γίνεται μέ γνώση ἐπανορθώνει τίς ἐκδηλώσεις τῆς ἀμέλειας πού προηγήθηκε, ἐνῶ τό πένθος τῶν αἰσθήσεων γιατρεύει τίς πληγές πού προξενοῦν οἱ μέσα μας ἐχθροί.
Τά ἔργα ἐκείνου πού πενθεῖ ἀληθινά εἶναι τά ἑξῆς:

τό νά συγκεντρώνει τόν νοῦ μαζί μέ τίς αἰσθήσεις ἀπό τά ὁρατά·
τό νά μήν κρίνει τόν συνάνθρωπογιατί ἐκεῖνος πού ἀρκεῖται στίς δικές του ἁμαρτίες ἀφήνει τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ καί δέν τό κρίνει·
τό νά μήν ἀνταποδίδει σέ αὐτόν πού τοῦ κάνει κακό·
τό νό μή λυπᾶται γιά ὅσα κάνει συγκάτοικος χωρίς τή γνώμη του·
τό νά μήν κάνει τό θέλημα·
τό νά μήν πεῖ γιά κάποιον ὅτι εἶναι καλός κακόςγιατί τό θεωρεῖ ντροπή νά μάθει ὅτι ὑπάρχει κάποιος αἰσχρότερος ἀπό αὐτόν·
τό νά μή θέλει νά μάθει γιά ὅ,τι δέν τόν ἀφορᾶ·
τό νά μήν ὑποφέρει, ὅταν τόν ἐπιπλήξουν·
τό νά μή δυσαρεστηθεῖ, ἄν κατά τή διανομή4 αὐτόν τόν παραβλέψουν·
τό νά μήν ταραχτεῖ, ἄν τόν συκοφαντήσουν γιά πράγματα πού δέν ἔχει ἰδέα, ἀλλά ἀμέσως νά ζητᾶ συγχώρηση·
τό νά μήν παραδέχεται τούς ἐπαίνους, ὅταν κάποιος τόν δοξάζει·
τό νά μήν πονέσει, ὅταν τόν προσβάλουν·
τό νά μή θέλει καί νά μήν κυνηγᾶ τή φιλία τῶν ἐνδόξων τοῦ κόσμου·
τό νά μή θέλει νά ἐπιβάλει τή γνώμη του, ἀκόμη καί ἄν μιλᾶ σωστά, οὔτε νά φιλονικήσει γιά κάτι.
Αὐτά καί τά ὅμοια μέ αὐτά, ὅταν εἶναι σέ κάποιον ἄνθρωπο, φανερώνουν ὅτι ἔχει τό ἀληθινό πένθος καί ὅτι μέ τά νοερά μάτια γνώρισε τόν ἑαυτό του καί τήν ἀδυναμία του καί κατενόησε τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἀντιλήφθηκε ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀρέσει στόν Θεό μέ τόν τρόπο πού ἐκεῖνος νομίζει· γι᾿ αὐτό καί ἀρκεῖται στή λύπη του, κλαίγοντας τόν ἑαυτό του, καί δέν ἀσχολεῖται μέ τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ τόν συνάνθρωπό του, τόν ὁποῖο Θεός θά κρίνει. Μέ τόν τρόπο αὐτό φυλάγει σώα τήν οἰκοδομή πού ἔκτισε τό πένθος· γιατί λύπη πού εἶναι σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ5, καθώς κατατρώει τήν καρδιά του, μπορεῖ νά συνεφέρει τίς αἰσθήσεις· ἐπιπλέον, μέ τήν ἄγρυπνη ἀντίσταση στούς λογισμούς, φυλάγει σῶες καί τίς αἰσθήσεις τοῦ νοῦ. Γιατί ἄν ἄνθρωπος δέν φτάσει στό δικαστήριο καί δέν ἀκούσει τήν ἀπόφαση καί δέν μάθει σέ ποιόν τόπο θά πάει, δέν μπορεῖ νά ξενοιάσει, οὔτε νά ἐμπιστευτεῖ στόν ἑαυτό του· ὅσο εἶναι στό σῶμα, ὀφείλει ἀδιάκοπα νά κοπιάζει.
Εἶναι μακάριοι αὐτοί πού δέν στηρίζουν τό θάρρος τους στά ἔργα τους, ὅτι δηλαδή ἔγιναν ἀρεστά στόν Κύριο, καί γι᾿ αὐτό ντρέπονται νά τόν συναντήσουν, καί πού πενθοῦν διαρκῶς τόν ἑαυτό τους, ἐπειδή δέν μποροῦν νά κάνουν πέρα γιά πέρα τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως θέλει Θεός. Αὐτοί πραγματικά θά βροῦν παρηγοριά ἀνέκφραστη, ὅταν οἱ ἄγγελοι μαρτυρήσουν γι᾿ αὐτούς ὅτι πέρασαν τούς ἄρχοντες τῆς κακίας6. Τότε θά συγκαταριθμηθοῦν καί αὐτοί ἀνάμεσα στούς ἐπουράνιους. Ὅσο ὅμως διαρκεῖ πόλεμος, ἄνθρωπος ἔχει φόβο καί τρόμο, νά νικήσει σήμερα νά νικηθεῖ, νά νικήσει αὔριο νά ἡττηθεῖ, καθώς ἀγώνας περισφίγγει τήν καρδιά. ἀπάθεια ὅμως δέν ἀντιμετωπίζει πόλεμο, γιατί πῆρε τό βραβεῖο τῆς νίκης καί ξένοιασε, καθώς τά τρία τά χωρισμένα, δηλαδή ψυχή, τό σῶμα καί τό πνεῦμα, ἔκαναν εἰρήνη μεταξύ τους καί ἑνοποιήθηκαν.
Ὅταν αὐτά τά τρία γίνουν ἕνα, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο7, μέ τήν ἐνέργεια τοῦγίου Πνεύματος, δέν μποροῦν πιά νά χωριστοῦν· γιατί Χριστός, ὅπως λέει, πέθανε καί ἀναστήθηκε, καί δέν πεθαίνει πιά, θάνατος πλέον δέν τόν ἐξουσιάζει8. θάνατος του ἔγινε γιά ἐμᾶς σωτηρία, καθώς μέ τόν θάνατο νεκρώθηκε ἁμαρτία· καί ἀνάστασή του ἔγινε αἰώνια ζωή γιά ὅλους ἐκείνους πού πιστεύουν σέ αὐτόν.
Ἐσύ ὅμως μή νομίζεις ὅτι πέθανες, ὅσο θά σέ πιέζουν οἱ ἐχθροί σου εἴτε ξυπνητό εἴτε στόν ὕπνο. Γιατί ὅσο ταλαίπωρος ἄνθρωπος βρίσκεται στό στάδιο δέν ἔχει θάρρος, καί καθώς βλέπει ὅτι ἀπέχει ἀκόμη ἀπό τό τέρμα, δέν ἐμπιστεύεται στά ἔργα του. Ὅποιος ὅμως εἶναι ἀνόητος, ἐνῶ πέφτει κάθε μέρα, νομίζει ὅτι νικᾶ, χωρίς νά ὑπάρχει ἀγώνας στό στάδιο. Γι᾿ αὐτό καί Κύριος, ὅταν ἔστειλε ἀρχικά τούς μαθητές του στό κήρυγμα, τούς πρόσταξε:
«Μή χαιρετήσετε κανέναν στόν δρόμο, νά χαιρετήσετε ὅμως αὐτούς πού εἶναι στό σπίτι· καί ἄν ὑπάρχει ἐκεῖ ἄνθρωπος εἰρήνης, μείνετε κοντά του, καί ἐκεῖ ἄς παραμείνει εἰρήνη σας»9.
Γιατί οἱ μαθητές εἶχαν ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό προφύλαξη.
ἴδιος ἀββάς, Ἠσαΐας, εἶπε: «Γι᾿ αὐτό ταλαιπωρούμαστε τόσο ἀπό τούς ἐχθρούς μας, γιατί ἀκόμη δέν γνωρίσαμε μέ ἀκρίβεια τά ἐλλαττώματά μας, οὔτε ἀποκτήσαμε ἐπίγνωση τοῦ πένθους. Γιατί ἄν μᾶς ἀποκαλυφθεῖ τό πένθος, θά μᾶς φανερώσει τίς ἁμαρτίες μας· καί ἄν μᾶς ἀφήσουν οἱ ἐχθροί μας νά γνωρίσουμε ἀληθινά τίς ἁμαρτίες μας, θά ντραποῦμε ἀκόμη καί νά κοιτάξουμε στό πρόσωπο μιά πόρνη, γιατί αὐτές εἶναι πιό τίμιες ἀπό ἐμᾶς· κάνουν φανερά τίς ἁμαρτίες τους, ἐπειδή δέν γνωρίζουν τόν Θεό, ἐνῶ ἐμεῖς πού εἴμαστε πιστοί συμφωνοῦμε μέσα μας μέ τίς ἁμαρτίες τους».
Ἐπίσης εἶπε:
« Ὁ ἄνθρωπος πού βλέπει συνεχῶς τίς ἁμαρτίες του δέν ἔχει γλώσσα νά μιλήσει μέ ἄνθρωπο».


Ὁ ἴδιος εἶπε:

«Ἀλίμονό μου, ταλαίπωρη ψυχή· ἔχω λύπη καί ἀδιάκοπη ὀδύνη στήν καρδιά μου, ἐπειδή τά πυρωμένα βέλη τοῦ ἐχθροῦ10 καρφώθηκαν ἐπάνω μου καί τύφλωσαν τόν μέσα μου ἄνθρωπο καί μέ σκέπασε ἡ σκιά τοῦ θανάτου11. Ἀλίμονό μου, ἄθλια ψυχή, γιατί διάλεξα τή λύπη ἀντί γιά τή χαρά καί ἀγάπησα τή γῆ καί τή στάχτη της περισσότερο ἀπό τήν ἀπόλαυση τοῦ παραδείσου καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ποιός δέν θά μέ θρηνήσει; Ποιός δέν θά μέ κλάψει πικρά, πού ξόδεψα ὅλη μου τή ζωή στά μάταια; Λυπηθεῖτε με· λυπηθεῖτε με, φίλοι· λυπηθεῖτε με, καί ἱκετεύστε μέ πόνο τόν ἀνεξίκακο καί καλό Κύριό μου, τόν Χριστό, γιά χάρη μου καί γιά τήν ἀπολύτρωσή μου ἀπό τίς ἁμαρτίες στίς ὁποῖες ἔχω συνηθίσει, μήπως ἐξευμενιστεῖ μέ τίς ἱκεσίες σας καί μέ σπλαχνιστεῖ καί διώξει ἀπό τόν νοῦ μου τό φοβερό σκοτάδι τοῦ διαβόλου πού μισεῖ τό καλό καί δῶ σέ τί βόρβορο εἶμαι πεσμένος καί, ἐνῶ μπορῶ νά σηκωθῶ, δέν θέλω· μήν τυχόν εἶναι λίγη ἡ ζωή μου καί μοῦ κόψει κάθε ἐλπίδα.«

» Δέν ὑπάρχει πόνος σάν τόν πόνο μου12, οὔτε πληγή σάν τήν πληγή μου, οὔτε ὀδύνη σάν τήν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς μου· γιατί οἱ ἀνομίες μου σωρεύτηκαν ψηλότερα ἀπό τό κεφάλι μου13, καί ἔπεσα σέ βαθιά λάσπη καί δέν ὑπάρχει στήριγμα14. Ἀλίμονο, ψυχή, ἄνοιξε τά μάτια καί δές τά παρόντα πού εἶναι πρόσκαιρα καί σέ λίγο χάνονται, καί ἀναλογίσου τά μέλλοντα πού ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν αἰώνια, καί πόσα καί πόσο μεγάλα ἀγαθά πρόκειται νά χάσεις, καί τίς λογῆς τιμωρίες θά κληρονομήσεις χωρίς τέλος καί χωρίς παρηγοριά. Πρίν νά πάψεις νά βλέπεις τό φῶς τοῦ ἥλιου πρόλαβε καί ἔλα, γονάτισε παρακαλώντας καί ἱκετεύοντας μέ στεναγμούς καί δάκρυα τόν χορηγό τοῦ ἀθανάτου φωτός νά σέ ἐλευθερώσει ἀπό τήν ἀνυπόφορη καί σκοτεινή ἐκείνη φλόγα καί τίς ἄλλες τιμωρίες. Γιατί μόνο Αὐτός μπορεῖ νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί νά διαγράφει ἀνομίες σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀνάξιους τῆς εὐσπλαχνίας του, καί δική του εἶναι ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμη καί ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν».

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.



«ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Εὐεργετινός τόμος β΄

Ἐκδόσεις: « ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ »

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου