Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον Ορθόδοξο κόσμο Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτης

Στην αρχαία χριστιανική παράδοση, δηλαδή τη σκέψη των αγίων των πρώτων χιλίων χρόνων και στη συνέχεια της ορθόδοξης Εκκλησίας, η Αγία Γραφή δεν αντιμετωπίστηκε ως πηγή πληροφόρησης για τη δημιουργία του κόσμου. Η γνώση σ’ αυτόν τον τομέα θεωρήθηκε πάντα αντικείμενο της φιλοσοφικής –δηλαδή της επιστημονικής– έρευνας.
Ο μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι η Γένεση όχι μόνον δεν περιγράφει λεπτομερώς τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και λειτουργεί ως προτροπή για επιστημονική έρευνα: «Ειπών, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην, πολλά απεσιώπησεν, ύδωρ, αέρα, πυρ, τα εκ τούτων απογεννώμενα πάθη… παρέλιπε δε η ιστορία, τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα» (Γράφοντας “Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη”, πολλά αποσιώπησε, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά [τα στοιχεία της φύσεως κατά τους αρχαίους] και τις ενώσεις που προέρχονται απ’ αυτά… τα παρέλειψε δε η διήγηση, για να γυμνάσει το δικό μας νου, κάνοντάς μας από μικρές αφορμές να ανακαλύψουμε τα υπόλοιπα), βλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Β΄, 3.
Το τονίζω, γιατί επικρατεί σύγχυση: στο χριστιανισμό υπήρχε πάντα σαφής διαχωρισμός επιστήμης και πίστης. Απορρίφθηκε βέβαια η παρέμβαση του ενός χώρου στον άλλο, δηλαδή η απόπειρα κατοχής του Θεού με τα εργαλεία της φιλοσοφίας (ή, σήμερα, της επιστήμης), ενώ η προσπάθεια της θεσμικής Εκκλησίας να ποδηγετήσει την επιστημονική έρευνα ήταν κάτι άγνωστο στον πατερικό χώρο. Συνέβη μόνο στη διαστρεβλωμένη χριστιανοσύνη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα.
[Μια παρατήρηση: η 7η Οικουμενική Σύνοδος απορρίπτει ως αιρετικούς εκείνους που σπουδάζουν την ελληνική φιλοσοφία πιστεύοντας τα μεταφυσικά της δόγματα, δηλαδή τις οντολογικές αρχές της (π.χ. ότι ο κόσμος «υπάρχει πάντα»), ενώ αποδέχεται ως χριστιανούς εκείνους που τη σπουδάζουν ως επιστημονικό εργαλείο («δια παίδευσιν»). Ο Θεός, το ξαναείπαμε, δεν ανακαλύπτεται με το στοχασμό, αλλά με την κάθαρση της καρδιάς, μέσα στην οποία συναντιέται με τον άνθρωπο].
Το βιβλίο λοιπόν της Γένεσης δεν είναι βιβλίο κοσμολογίας ούτε βιολογίας. Δε θέλει να δώσει γνώση του πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά να θέσει κάποιες θεολογικές αρχές, με βάση τις οποίες προτείνει την κατανόηση του κόσμου, του ανθρώπου και της σχέσης ανθρώπου-κόσμου και ανθρώπου-Θεού. Τέτοιες αρχές είναι π.χ. ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ένας, ότι τα άστρα, η γη, τα ζώα, τα δέντρα κ.τ.λ. δεν είναι θεοί, αλλά δημιουργήματα, ότι ο άνθρωπος ξεκίνησε από μια ζωή σχέσης με το Θεό, τον οποίο αποστράφηκε, κ.τ.λ.
 
Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο
Ωστόσο, η Γένεση είναι η πιο κοντινή στη δική μας σκέψη κοσμογονία που μας έρχεται από τον αρχαίο κόσμο. Κατ’ αρχάς θεωρεί τον ουρανό, τη γη και όσα περιέχονται σ’ αυτά –ουράνια σώματα, όρη, θάλασσες και όλα τα όντα– ως απλά μέρη του σύμπαντος και όχι ως θεούς. Τα θεωρεί βέβαια δημιουργήματα του Θεού κι όχι προϊόντα χαοτικών συμπτώσεων, αλλά αυτό δεν είναι συνετό να μας κάνει να την απορρίψουμε εκ των προτέρων. Μάλλον το λογικό θα ήταν να θέσουμε το ερώτημα: πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ο συγγραφέας ότι υπάρχει Θεός;
Όπως κι αν κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα, ακόμη κι αν μας είναι αδιάφορο αν έχει δίκιο ή όχι, είναι βέβαιο πως η Γένεση δε γράφτηκε στο γόνατο.
Επιπλέον, μιλάει όχι για μάχες ή ενώσεις μεταξύ ανθρωπόμορφων θεών, που προκάλεσαν κοσμικές ανακατατάξεις, αλλά για έναν αόρατο, υπερβατικό Θεό, κοσμικών διαστάσεων, που με άυλα μέσα, με το λόγο Του, δημιουργεί κλιμακωτά το σύμπαν, τη γη και τελικά τον άνθρωπο. Κλιμακωτά: η πρώτη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης βρίσκεται στη Βίβλο. Κατά κάποιους, ο Δαρβίνος, ως Εβραίος, εμπνεύστηκε τη θεωρία της εξέλιξης διαβάζοντας το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης.
Έτσι, σε μας η Γένεση δεν έχει προφανώς να προσφέρει γνώση για τα γεγονότα της κοσμογονίας, στο κοινό όμως, στο οποίο αρχικά απευθύνθηκε, είχε να προσφέρει και τέτοια γνώση. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, ας θυμηθούμε ότι, στον ίδιο ιστορικό χώρο με τον ποιμενικό πολιτισμό της Βίβλου, η απείρως πλουσιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Βαβυλώνας είχε ένα σύνθετο εξωτικό πολυθεϊσμό και μια τυπική μυθική κοσμογονία, με αποκορύφωμα το διαμελισμό της Τιαμάτ από το Μαρδούκ και το σχηματισμό του ουρανού και της γης από τα κομμάτια της
Όμως, παραδόξως, οι αναφορές της Γένεσης στα ίδια τα γεγονότα της κοσμογονίας έχουν αναλογίες με τις προτάσεις τις σύγχρονης επιστήμης για το πώς έγιναν τα πράγματα. Οι αναλογίες αυτές είναι δευτερεύουσες και μπορεί να παραπλανήσουν κάποιους, κάνοντάς τους να νομίσουν πως αυτές είναι που πρέπει να τονιστούν, ενώ το ζητούμενο είναι η αγιότητα του ανθρώπου. Έχουν ωστόσο σημασία, γιατί χτυπούν ένα καμπανάκι που λέει ότι θα ήταν καλό να προσέξουμε τη Γένεση.
Το αποκορύφωμα της αναλογίας ανάμεσα στη Γένεση και τη σημερινή επιστήμη είναι η περιγραφή της δημιουργίας των γήινων όντων (κεφ. 1), που ακολουθεί μια σειρά σχηματική βέβαια, αλλά επιστημονικά σωστή: α) φυτά (χόρτα και δέντρα), β) από το νερό «βγαίνουν» τα ερπετά, τα κήτη και τα πουλιά, γ) από τη γη «βγαίνουν» θηλαστικά και ερπετά (ξανά, γιατί οι δεινόσαυροι έχουν χαθεί), δ) ο άνθρωπος.
Υπάρχει βέβαια μια τερατώδης ανακρίβεια: ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα ουράνια σώματα φαίνεται να δημιουργούνται την τέταρτη μέρα κι όχι την πρώτη, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης! Ο μέγας Βασίλειος δίνει μια θεολογική εξήγηση: ο Μωυσής –συγγραφέας της Γένεσης κατά την παράδοση– θέτει τον ήλιο κ.τ.λ. στο μέσον του δημιουργικού χρόνου, γιατί οι αναγνώστες του ζούσαν ανάμεσα σε ισχυρούς ηλιολάτρες. Ήθελε έτσι να τονίσει ότι πρωταρχική πηγή του φωτός και δημιουργός της ζωής δεν είναι ο ήλιος, αλλά ο Θεός –επομένως, ότι ο ήλιος δεν είναι θεός.
Μια επιπλέον εξήγηση είναι ότι γράφει σαν παρατηρητής, που βλέπει να γίνονται «ο ουρανός, η Γη και πάντα τα εν αυτή». Ο ίδιος βλέπει τα ουράνια σώματα την τέταρτη μέρα, όταν ξεκαθαρίζει ο ουρανός από τα πυκνά νέφη της εξάτμισης των υδάτων. Γνωρίζει όμως ότι ημέρα και νύχτα υπάρχουν από την πρώτη μέρα (εννοείται ότι η επτά «ημέρες» δεν είναι 24ωρα: «είτε ημέρα πεις, είτε αιώνας, το ίδιο πράγμα είναι», Μ. Βασίλειος).
Επίσης, η Γένεση και η χριστιανική παράδοση που την ακολουθεί γνωρίζει τη βιολογική συγγένεια του ανθρώπου με τα ζώα: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ζώα δημιουργήθηκαν «εκ της γης» (από το χώμα, τα υλικά της γης), Γεν. 2, 19. «[Χωρίς το Άγιο Πνεύμα] προέχει των θηρίων ο άνθρωπος κατά την έναρθρον φωνήν μόνον, τα δε λοιπά της αυτής εκείνοις διαίτης εστίν, ουκ ων ομοίωσις του Θεού» (Τατιανός ο Σύρος, 2ος αι. μ.Χ.). «Δύο τινών κατά το ακρότατον προς άλληλα διεστηκότων, μέσον εστί το ανθρώπινον, της τε θείας και ασωμάτου φύσεως και της αλόγου και κτηνώδους ζωής» (άγ. Γρηγόριος Νύσσης). Η διαφορά είναι ότι, κατά τη Γένεση και τους χριστιανούς, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» (πνευματική) και «καθ’ ομοίωσιν» του Θεού.
 
Η διαμάχη επιστήμης και πίστης
Η διαμάχη επιστημόνων και θεολόγων ή εκπροσώπων της θεσμικής Εκκλησίας για την προέλευση του σύμπαντος και της γήινης ζωής ταλαιπώρησε την ευρωπαϊκή διανόηση σε όλο το διάστημα των νεώτερων χρόνων. Ήταν μια διαμάχη για την εξουσία της «πίστης» ή του «ορθού λόγου», που ξεκίνησε το μεσαίωνα με τη διεκδίκηση των επιστημόνων να ερευνούν χωρίς το φόβητρο της Ιεράς Εξέτασης.
Τα πρώτα βήματα στην κήρυξη του πολέμου είχαν γίνει από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με την καταδίκη των προσπαθειών των πρωτοπόρων της νεώτερης αστρονομίας (απαγόρευση από τον πάπα του Περί των περιφορών των ουρανίων σφαιρών του Κοπέρνικου το 1593, καταδίκη του Γαλιλαίου το 1632), ενώ η επιστήμη εκδικήθηκε, αρχικά με τους διαφωτιστές, που συχνά στρατεύθηκαν με ένταση κατά της Εκκλησίας (όπως ο Βολταίρος), και, το 19ο αιώνα, με τη θεωρία του Δαρβίνου, που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο στον αγώνα κατά της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Ωστόσο η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) για την προέλευση του σύμπαντος ήταν μια έκπληξη: θυμίζει τόσο πολύ την Αγία Γραφή (δημιουργία του κόσμου από το μηδέν), ώστε το 1951 ο πάπας τη χαιρέτισε με ενθουσιασμό! Οι επιστήμονες που την υποστήριζαν κατηγορήθηκαν ότι την επινόησαν για να «αποκαταστήσουν το χριστιανισμό», που η διεθνής επιστημονική κοινότητα καμάρωνε για την κατάργησή του στα μυαλά των «λογικών ανθρώπων» (Simon Singh, Big Bang, εκδ. Τραυλός 2005, σελ. 414-419).
Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών θεωρήθηκε βόμβα πολλών μεγατόνων στα θεμέλια του δογματισμού και της δεισιδαιμονίας των χριστιανών, που «επέμεναν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξη μέρες», ότι τα πλάσματα της γης εμφανίστηκαν αυτόματα μ’ ένα πανηγυρικό θεϊκό θαύμα και φυσικά ότι «ο Θεός έπλασε από χώμα» ένα πρώτο ζευγάρι ανθρώπων, από το οποίο προέκυψαν όλοι οι υπόλοιποι.
Φυσικά και η ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος θεωρήθηκε μύθος, και μάλιστα μύθος που βύθισε την ανθρωπότητα σ’ έναν ωκεανό ανυπόστατων ενοχών. Η αλήθεια, όπως την ανακάλυψε η επιστήμη, είναι πολύ πιο απλή: ο άνθρωπος δεν είναι παρά η φυσική και «τυχαία» εξέλιξη ενός έμβιου όντος –ένα είδος του ζωικού βασιλείου, στο οποίο ο εγκέφαλος, εντελώς τυχαία, αναπτύχθηκε υπερβολικά, αυτό είναι όλο.
Βέβαια, αφού ο Θεός είναι «η αρχή του κόσμου» κι εμείς βρήκαμε πώς άρχισε ο κόσμος, «αποδείξαμε» ότι δεν υπάρχει Θεός. «Είμαστε απόγονοι των πιθήκων» στη σκέψη του δυτικού ανθρώπου ισοδυναμεί με το «δεν είμαστε κατ’ εικόνα Θεού» και, σε πιο ακραία περίπτωση, «δεν υπάρχει Θεός ή, κι αν υπάρχει, αποκλείεται να είναι ο χριστιανικός Θεός». Φυσικά, η ιδέα ότι η Μεγάλη Έκρηξη, ο σχηματισμός των γαλαξιών, η εμφάνιση και η εξέλιξη της ζωής έγιναν τυχαία και όχι με το σχεδιασμό ενός ανώτατου Νου, δεν είναι «επιστημονικό πόρισμα» αλλά μεταφυσική ερμηνεία, την οποία διδάσκουν αβασάνιστα πολλοί επιστήμονες επειδή στη σκέψη τους κυριαρχεί μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.
Στην πραγματικότητα, η θεωρία της εξέλιξης δεν ήταν πλήγμα κατά του χριστιανισμού, αλλά θεωρήθηκε έτσι επειδή ο δυτικός επιστημονικός κόσμος, φέροντας τις αγιάτρευτες πληγές του μεσαίωνα, ένιωθε την ανάγκη να τη δει έτσι. «Ο Δαρβίνος είχε την τύχη να ικανοποιήσει κάθε ένα που ήθελε να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς σκοπούς του», Μπέρναρντ Σω (η παραπομπή από το Νικ. Π. Βασιλειάδη Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεως, εκδ. Σωτήρ, Αθήνα, κεφ. 12, όπου αναλυτική παρουσίαση της ιδεολογικής χρησιμοποίησης της θεωρίας του Δαρβίνου κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα. Η μελέτη δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: http://www.egolpio.com/DIGITAL_BOOKS/darvinos_&_exelixh.pdf).
Από ορθόδοξη σκοπιά, το πρόβλημα έχει λυθεί ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας την αρχή της Γένεσης στις περίφημες Ομιλίες εις την Εξηαήμερον με τη βοήθεια όλων των επιστημονικών γνώσεων της εποχής του, είπε: «Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή» (δεν ελαττώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγιναν, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α΄, 10). Ο Βασίλειος το έγραψε αυτό, γιατί κάποιοι φανατικοί χριστιανοί της εποχής του γκρίνιαζαν που εξέταζε επιστημονικά τη Γένεση!
 
Τον Θεό θα Τον βρούμε ποτέ;

Σύμφωνα με τους αρχαίους και τους ορθόδοξους αγίους, ο Θεός είναι ένα Ον εντελώς διαφορετικό από μας. Δεν είναι ανθρωπόμορφος (ό,τι ανθρωπομορφικό φαίνεται να λέει γι’ Αυτόν η Βίβλος, π.χ. ότι μιλάει, περπατάει, οργίζεται κ.τ.λ., θεωρείται συμβολισμός) και φυσικά είναι άστοχο να προσπαθούμε να Τον γνωρίσουμε με τα ερευνητικά εργαλεία της επιστήμης, που προορίζονται για τη γνώση του κόσμου, και όχι του Θεού!
Στο λάθος αυτό έπεσε πρώτη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μετά το σχίσμα του 1054, που πίστεψε ότι με τη φιλοσοφία θα γνωρίσει το Θεό. Γι’ αυτό ονόμασε τη θεολογία της «σχολαστική» (=των σχολών), δηλ. πανεπιστημιακή. Το ίδιο λάθος συνεχίζουν οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες του δυτικού κόσμου, και, όταν αποτυγχάνουν να ανακαλύψουν το Θεό, καταλήγουν στο εσφαλμένο «επιστημονικό συμπέρασμα» ότι δεν υπάρχει Θεός.
Κατά τους αρχαίους και τους ορθόδοξους αγίους, ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε το Θεό, είναι να καθαρίσουμε την καρδιά μας από ό,τι μας εμποδίζει να αγαπήσουμε. Αυτή η κάθαρση της καρδιάς είναι που κάνει τον άνθρωπο να έχει «πείραν Θεού» (εμπειρία της παρουσίας του Θεού στη ζωή του). Αν η καρδιά μας είναι γεμάτη εγωισμό, μίσος ή περιφρόνηση η καρδιά μας κλείνει και αφήνει το Θεό απέξω. Πώς θα μπει ο Θεός (που αγαπά ακόμη κι εκείνους που δεν Τον αγαπούν) στην καρδιά ενός ανθρώπου που αγαπά π.χ. μόνο εκείνους που τον αγαπούν;
Φυσικά, το να αγαπά ο άνθρωπος εκείνους που τον μισούν δεν είναι φυσικό, αλλά «υπερφυσικό». Είναι ο σκοπός του αγώνα όλης της ζωής, τον οποίο καλούνται να κάνουν οι χριστιανοί αν θέλουν να δουν, όπως λέμε, «Θεού πρόσωπο». Ό,τι υπάρχει στην Εκκλησία (τελετές, νηστείες, προσευχές κ.τ.λ.) αποσκοπεί στο να εξαλειφθούν έστω και οι σκιές εγωισμού ή μίσους από την καρδιά μας, δηλαδή στην ενίσχυση των ανθρώπων με τη χάρη του Θεού για το υπεράνθρωπο αυτό έργο (μήπως εσείς «δε χρειάζεστε αυτή την ενίσχυση» αλλά αγαπάτε τους εχθρούς σας από μόνος σας, π.χ. – ή μήπως θεωρείτε ανόητο να αγαπά κάποιος τους εχθρούς του;). Η αγάπη ενώνει και η «σωτηρία» κατά το χριστιανισμό είναι η ένωση με το Θεό, που σημαίνει και ένωση αγάπης με όλα τα άλλα όντα στο σύμπαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου