Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (1) Από τον «Ωριγένη» του Henri Crouzel [H πηγή της εικονικής θεολογίας του Ζηζιούλα].


To θέμα της δημιουργίας του ανθρώπου κατ’ εικόνα του Θεού γεννιέται από τρία χωρία της Γενέσεως: 1, 26-27 το οποίο δένει την εικόνα του Θεού στην κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στα ζώα, 5, 1-3 όπου η εικόνα εκφράζει μια κάποια προέλευση, μια κάποια συγγένεια, και το 9, 6 όπου η εικόνα κάνει τον άνθρωπο ένα ον ιερό και του οποίου απαγορεύεται να χυθεί το αίμα.

Η έκδοση όμως των Εβδομήκοντα, μεταφράζοντας selem, εικόνα και demut, ομοιότης, με εικών και ομοίωσις, πρόβαλλε στο βιβλικό κείμενο τους φιλοσοφικούς στοχασμούς τών οποίων αποτελούν έκφραση αυτοί οι όροι. Με την εικόνα διεισδύει ο πλατωνικός παραδειγματισμός, ο οποίος καθιστά τα αισθητά όντα την εικόνα των θείων και υπέρτατων πραγματικοτήτων που είναι για τον Πλάτωνα οι Ιδέες. Οπωσδήποτε ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί τον όρο εικών για να εκφράσει την συγγένεια της ψυχής με τα θεία όντα, καθότι αυτή η παραβολή αφορά σ’ αυτόν μιαν αισθητηριακή σημασία. Χρησιμοποιεί τον όρο συγγένεια, όπως επίσης και τον όρο οικείωσις. Αλλά η ομοίωσις προς τον Θεό είναι ήδη για τους προσωκρατικούς και τον Πλάτωνα, όπως καταγράφεται στο διάσημο χωρίο του Θεαίτητου (176-177), ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας έκπλησσει το γεγονός πως μια θεωρία της εικόνος του Θεού μέσα στον άνθρωπο παρουσιάζεται κατ’ αρχάς στον Φίλωνα τον Ιουδαίο και στην συνέχει σε έναν μεγάλο αριθμό Πατέρων προηγηθέντων του Ωριγένη ή ακόμη περισσότερων επόμενων αυτού. Για τους Χριστιανούς η μαρτυρία της Γενέσεως πρέπει να συμβιβαστεί με πολυάριθμα χωρία από τις Επιστολές του Παύλου. Ιδιαιτέρως δε με το (Κολ. 1,15) όπου ονομάζει τον Χριστό «εικόνα του Θεού του αόρατου». Για τον Ωριγένη αυτός ο συμβιβασμός είναι εύκολος. Μόνον ο Χριστός είναι, με την αληθινή σημασία, εικόνα του Θεού, εικόνα τέλεια: αυτός είναι μόνον λόγω της θεότητάς του, «αόρατη εικόνα του αόρατου Θεού», διότι ο αόρατος και ασώματος Θεός δεν μπορεί παρά να έχει μια εικόνα αόρατη και ασώματη. Εντελώς διαφορετικά βέβαια σκέπτεται ο Ειρηναίος, ο οποίος βλέπει την εικόνα του Θεού στον ενσαρκωμένο Λόγο με την διπλή του φύση, παρούσα αιωνίως στα θεία σχέδια, καθότι γι’ αυτόν η εικόνα του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι μια μετάφραση στο ορατό. Αλλ’  όμως η σχέση του Λόγου με τον άνθρωπος ως προς την εικόνα είναι η ίδια και στους δύο θεολόγους. «Ο Θεός λέει: ας κάνουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα μας και την ομοίωσή μας». Ας αφήσουμε για την ώρα την εξέταση του όρου ομοίωση, το οποίο θα ξανασυναντήσουμε στην συνέχεια, και ας ξεκαθαρίσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο αυτή την φράση: Κατ’ αρχάς τον διάσημο πληθυντικό «ας κάνουμε», ο οποίος ερμηνεύεται συνήθως από τον Ωριγένη, και από τους περισσότερους θεολόγους της εποχής προ της Νικαίας, σαν μια συζήτηση ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, συνεργάτη του στην δημιουργία.

Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του Θεού που είναι ο Λόγος, ταυτοχρόνως μέσο και αιτία όπως και μοντέλο της δημιουργίας του ανθρώπου, όπως επίσης, μ’ έναν άλλο τρόπο, και της δημιουργίας του κόσμου. Έτσι, κι αυτό είναι ένα από τα σπάνια σημεία στα οποία η ορολογία του Ωριγένη δεν αλλάζει ποτέ, μόνον ο Υιός θα ονομαστεί εικόνα του Θεού, και ο άνθρωπος θα είναι μόνον «σύμφωνα με την εικόνα» ή «η εικών της εικόνος» και η έκφραση «σύμφωνα με την εικόνα» (το κατ’ εικόνα) χρησιμοποιείται συχνά από τον Ωριγένη για να σημάνει την συμμετοχή του ανθρώπου στην εικόνα του Θεού.

Εάν η ανθρωπότης του Χριστού δεν περιλαμβάνεται από τον Ωριγένη στην εικόνα του Θεού, αυτή είναι – όπως όλοι οι άνθρωποι – «σύμφωνα με την εικόνα» ή «η εικών της εικόνος». Αυτή όμως διαδραματίζει έναν ξεχωριστό ρόλο στην μετάδοση της εικόνος, είναι σαν δεύτερη, διάμεση εικόνα, καθότι ο Λόγος είναι η πρώτη, ανάμεσα στον Θεό και σ’ εμάς, καθώς είναι επίσης και το πιο άμεσο μοντέλο που προσφέρεται στην μίμησή μας, είναι η σκιά του Χριστού κάτω από την οποία εμείς ζούμε ανάμεσα στα έθνη. Αντιθέτως δεν είναι γνωστό κανένα κείμενο του Ωριγένη που να εμπλέκει το Άγιο Πνεύμα στην σχέση της εικόνος. Παρότι ο Ωριγένης φέρνει το πνεύμα του Πατρός, δια της μεσολαβήσεως του Υιού, που του κοινωνεί όλα του τα ονόματα (τις επίνοιές του), που λέγονται και διαφορετικά οι Ιδιότητές του (σχόλιο στο κατά Ιωάν. ΙΙ, 10 (6), 75-760), ουδέποτε το ονομάζει εικόνα του Υιού. Ο πρώτος που θα εξάγει ένα τέτοιο συμπέρασμα θα είναι ο πιο αγαπημένος του μαθητής, ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός, στην έκθεση της πίστεως που περιέχει την ζωή του, γραμμένη από τον Γρηγόριο Νύσσης (pg 46, 912 D).

Ο Ωριγένης κατανοεί τα δύο πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, όχι σαν δύο διαφορετικές αφηγήσεις της δημιουργίας, αλλά σαν δύο διακεκριμένες δημιουργίες, με την πρώτη να αναφέρεται στην ψυχή, την μόνη που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα, την ασώματη ψυχή, την αόρατη εικόνα του αόρατου και ασώματου Λόγου. Και την δεύτερη να αναφέρεται στο σώμα, που είναι μόνον αυτό που περιέχει την εικόνα, το δοχείο της εικόνος. Ο Ωριγένης λοιπόν τοποθετεί το κατ’ εικόνα όχι στο σώμα – διότι σ’ αυτή την περίπτωση ο Θεός θα είναι σωματικός, όπως το απαιτούν οι ανθρωπομορφίτες – αλλά στην ψυχή, ή καλύτερα στο ανώτερο στοιχείο της, την νόηση ή την ηγεμονική λειτουργία, κάποιες φορές ακόμη και στον λόγο, την νόηση που είναι μέσα στον άνθρωπο συμμετοχή στον θείο Λόγο: όμως αυτός ο λόγος, ας διευκρινίσουμε, αντιπροσωπεύει την ίδια πραγματικότητα με την νόηση.

Το κατ’ εικόνα λοιπόν είναι η μετοχή στον Πατέρα και τον Υιό. Είναι μετοχή στον Πατέρα, «σ’ αυτόν που είναι», σύμφωνα και με τις λέξεις που άκουσε ο Μωυσής από το εσωτερικό της καιόμενης βάτου (Εξ. 3, 14): σε όλο αυτό που είναι μετοχή στον Πατέρα, την πηγή του Είναι. Η έννοια του Είναι εκλαμβάνεται πολύ συχνά από τον Ωριγένη με μια πιο υπερφυσική σημασία, παρά με μια φυσική, για να επικαλεστεί μια διάκριση την οποία ο Αλεξανδρινός μαρτυρεί περιστασιακώς, η οποία όμως δεν παρεμβαίνει και τόσο στον τρόπο της σκέψεώς του. Έτσι το κακό είναι «μη-είναι», αυτό το «τίποτα», το οποίο σύμφωνα με τον Ιωάν. 1, 3 έγινε χωρίς τον Λόγο (σχόλιο στο Ιωάν. ΙΙ, 13 (7), 91-99).
Οι δαίμονες, οι οποίοι καταγωγικά ήταν «όντα» δημιουργημένα από τον Θεό, αρνήθηκαν την σχέση τους μαζί του και κατήντησαν «μη-όντα».

Το κατ’ εικόνα όμως είναι επίσης και μετοχή στον Θεό, σε εκείνο που είναι ο Θεός: τα νοήμονα πλάσματα δέχονται δηλ. στην ίδια την τυχαιότητα του φυσικού τους είναι, μέσα δηλ. στα συμβάντα της ζωής τους, την θέωση και προοδεύουν. Λόγω της ενέργειας του Υιού γίνονται κάτι σαν Θεοί εν τω γίγνεσθαι ας πούμε, η θέωση των οποίων δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνον στην μακαριότητα, όταν δηλαδή το κατ’ εικόνα θα έχει προοδεύσει μέχρι την τέλεια «ομοίωση». Η μετοχή στον Θεό λοιπόν την οποία εκφράζει, είναι μια δυναμική έννοια, όπου η εικόνα τείνει να κατακτήσει το μοντέλο και να το αναπαράγει. Παρομοίως και το πνεύμα που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, το κατ’ εικόνα, είναι μια από τις πολλές προσεγγίσεις του Ωριγένη, της αγιοποιού Χάριτος.


Aμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου