Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Η περί προσώπου διδασκαλία κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά (Β')


(Περίληψη)
Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος της Εισήγησης του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου στο διεθνές συνέδριο που οργάνωσαν η Ι. Μονή Βατοπεδίου και οι Φίλοι Αγίου Όρους στην Αθήνα με θέμα “Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην Ιστορία και στο Παρόν”

3. Το πρόσωπο στον Τριαδικό Θεό

Οι προϋποθέσεις της θεολογίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά διαφέρουν σαφώς από τις προϋποθέσεις της θεολογίας του Βαρλαάμ και των ομοϊδεατών του, γιατί ο πρώτος μιλούσε μέσα από την εμπειρία του, ενώ οι δεύτεροι μέσα από την στοχαστική τους ανάλυση και φιλοσοφία. Αυτό ισχύει και για το θέμα του προσώπου.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Γρηγόριος στα κείμενά του ομιλεί με δύο τρόπους για τον Τριαδικό Θεό. Στην αρχή του θεολογικού διαλόγου με τον Βαρλαάμ χρησιμοποιεί την βιβλική ορολογία, μέσα από την οποία περνά την αποκαλυπτική του εμπειρία. Δηλαδή, κάνει λόγο για Πατέρα, που είναι αγέννητος, για Υιό, που γεννάται από τον Πατέρα, και για Άγιο Πνεύμα, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται δια του Υιού. Επίσης, ομιλεί για τρία Φώτα που ορώνται από τον θεούμενο. Στην συνέχεια όμως των διαλόγων του, επειδή συνομιλεί με φιλοσοφούντας θεολόγους, κάνει λόγο για υπόσταση, πρόσωπο, ουσία και φύση. Κάνει πλήρη ανάλυση του τρισυποστάτου της Θεότητος. Έτσι, μας δίνει ένα υπόδειγμα για το πώς μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια ζητήματα στους διαλόγους με τους ετεροδόξους. Όταν ομιλούμε με Προτεστάντες, πρέπει να κάνουμε χρήση της βιβλικής ορολογίας, όπως ερμηνεύεται από τους Πατέρες, γιατί διαφορετικά δεν θα καταλαβαίνουν απολύτως τίποτα, αλλά μάλλον θα σχηματίζουν την εντύπωση ότι φιλοσοφούμε. Και όταν ομιλούμε με φιλοσοφούντας θεολόγους, τότε πρέπει να χρησιμοποιούμε τον πλούτο της πατερικής παραδόσεως, μέσα όμως από την αποκαλυπτική εμπειρία των θεουμένων.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή είναι ότι, κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου, ο Θεός έχει ουσία και ενέργεια. Πρόκειται, δηλαδή, για το μυστήριο της αδιαιρέτου διακρίσεως ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Αυτή είναι η βασική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για την οποία τελευταία έγινε πολύς λόγος. Όμως, η ενέργεια στον Θεό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απροσδιόριστα και αφηρημένα, αφού ο άγιος Γρηγόριος πολλές φορές κάνει λόγο για ενυπόσταστη ενέργεια. Κάπου λέγει: “εκάστης υποστάσεως καθ’ εαυτήν ενεργούσης ιδία και η ενέργεια”. Με άλλα λόγια η ενέργεια δεν ενεργεί ανεξάρτητα των υποστάσεων - προσώπων, αλλά υπάρχει και ενεργεί δια των υποστάσεων. Μέσα σε αυτήν την προοπτική κάνει λόγο επανειλημμένως στα έργα του και για ενυπόστατο φώς, το οποίο ενεργεί δια της υποστάσεως του Λόγου και λαμπρύνει και το σώμα το οποίο προσέλαβε από την Παναγία και το θέωσε. Γενικά, η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν αναφέρεται μόνον στην διάκριση μεταξύ αμεθέκτου ουσίας και μεθεκτής ενεργείας στον Θεό, αλλά και στην θεολογία του προσώπου - υποστάστεως, αφού η υπόσταση - πρόσωπο αποτελείται από ουσία και ιδιώματα, και βέβαια η άκτιστη ουσία έχει οπωσδήποτε και άκτιστη ενέργεια, η οποία ενεργεί δια των υποστάσεων. Άλλωστε, άλλο είναι η ενέργεια, άλλο ο ενεργών, άλλο το ενέργημα. Ο ενεργών είναι το πρόσωπο.

4. Η υποστατικότητα του ανθρώπου, ήτοι ο άνθρωπος ως πρόσωπο

Η όλη θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν είναι θεωρητική, δηλαδή ο άγιος δεν επεδίωκε να αναφερθή στο θέμα του Θεού για να Τον ερευνήση φιλοσοφικά, αλλά έχει έντονα σωτηριολογική σημασία για τον άνθρωπο. Η θεολογία συνδέεται αναπόσπαστα με την οικονομία, την ανθρωπολογία και την σωτηριολογία. Μέσα από αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε τα όσα λέγει περί του ανθρώπου, ως προσώπου.
Επανειλημμένως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλώντας για τον άνθρωπο τον αποκαλεί με τον βιβλικό όρο άνθρωπο, όπως άλλωστε το έκαναν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλες φορές, πολύ λιγότερες, χρησιμοποιεί τον όρο πρόσωπο, ιδιαιτέρως όταν παραθέτει τα χωρία του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, και σε μερικά σημεία χρησιμοποιεί τον όρο υπόσταση. Μεταξύ των όρων πρόσωπο και υπόσταση, περισσότερο χρησιμοποιεί τον δεύτερο (υπόσταση).
Όλη η αναφορά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο ανθρώπινο πρόσωπο δεν γίνεται απροϋπόθετα. Γνωρίζει σαφώς ότι ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται υπόσταση - πρόσωπο αναλογικά και κατ’ οικονομία. Και αυτό, βέβαια, συμβαίνει γιατί υπάρχει χαώδης διαφορά μεταξύ θείας και ανθρωπίνης υποστάσεως, όπως δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτό αναλύει διεξοδικά όταν παραθέτοντας χωρία άλλων αγίων Πατέρων, όπως του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, κάνει λόγο για διάκριση μεταξύ “τού είναι χρονικώς ηργμένα” και “τού είναι χρονικώς ουκ ηργμένα”.
Τρείς θεολογικές θέσεις θα χρησιμοποιήσουμε στο σημείο αυτό από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, για να υποστηρίξουμε αυτήν την άποψη, ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ θείων υποστάσεων–προσώπων και ανθρωπίνων υποστάσεων–προσώπων.
Η πρώτη θεολογική θέση συνδέεται με την αλληλοπεριχώρηση των υποστάσεων - προσώπων. Οι Τρείς θείες υποστάσεις περιχωρούνται η μία μέσα στην άλλη “φυσικώς, ολικώς, αιδίως και ανεκφοιτήτως”, συγχρόνως όμως περιχωρούν η μία την άλλη “αφύρτως (αμίκτως) και ασυγχύτως”, δηλαδή υπάρχει ολοκληρωτική και αίδια αλληλοπεριχώρηση, αλλά ταυτοχρόνως και ασύγχυτη. Επίσης, μία είναι η ενέργεια των θείων υποστάσεων, η οποία προέρχεται από τον Πατέρα, προΐεται δια του Υιού και προφαίνεται εν τω Αγίω Πνεύματι.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τις ανθρώπινες υποστάσεις. Δηλαδή, δεν μπορεί η καθεμία ανθρώπινη υπόσταση να ζη και να ενεργή μέσα στην άλλη υπόσταση, όπως συμβαίνει στην Αγία Τριάδα, λόγω της κτιστότητός τους, αλλά και λόγω της υπάρξεως του σώματος, και μάλιστα θνητού και παθητού. Επίσης, τα ανθρώπινα πρόσωπα, ενώ έχουν κοινή ουσία, εν τούτοις προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα - υποστάσεις. Με άλλα λόγια, ενώ στον Τριαδικό Θεό, ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα, στα ανθρώπινα δεδομένα κάθε υπόσταση προέρχεται από διαφορετική υπόσταση, ούσα αιτιατό μιας άλλης, και αυτή αιτία κάποιας άλλης. Για παράδειγμα, ο Κάϊν και ο Άβελ γεννήθηκαν από τον Αδάμ, αλλά τα παιδιά του Κάϊν και του Άβελ, ενώ έχουν την ίδια φύση του Αδάμ, γεννήθηκαν από άλλη υπόσταση. Επί πλέον η διαφορά φαίνεται και από το ότι η ίδια ενέργεια εκδηλώνεται σε όλους τους ομογενείς, αλλά όμως είναι ιδιαίτερη ενέργεια κάθε υποστάσεως, όταν ενεργή καθ’ εαυτήν.
Η δεύτερη θεολογική θέση, που δείχνει την διαφορά μεταξύ θείων και ανθρωπίνων υποστάσεων, συνδέεται με τον τρόπο γεννήσεως και κοινωνίας κάθε υποστάσεως - προσώπου. Ο Υιός, ενώ γεννάται προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, εν τούτοις μένει αχωρίστως και αιδίως και ανεκφοιτήτως ενωμένος με τον Πατέρα, και έχει την ίδια φύση με τον γεννήσαντα. Όμως το ίδιο δεν συμβαίνει με την ανθρώπινη υπόσταση, η οποία, ενώ γεννάται από ένα συγκεκριμένο πατέρα, εν τούτοις μετά την γέννηση δεν εξακολουθεί να ζη μέσα στον γεννήσαντα.
Η τρίτη θεολογική θέση, που δείχνει την διαφορά μεταξύ των θείων και των ανθρωπίνων υποστάσεων, συνδέεται με τον θεολογικό όρο συμβεβηκός. Υπάρχουν πολλοί ορισμοί για τον καθορισμό του όρου αυτού. Θα ήθελα να επιμείνω μόνο στον ορισμό ότι το συμβεβηκός είναι το γινόμενο και απογινόμενο, αυτό που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, χωρίς να φθείρεται το υποκείμενο. Πρόκειται δηλαδή για το φυσικώς προσόν, αφού αυξάνεται και μειώνεται όπως η γνώση στην λογική ψυχή. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αυξήση την γνώση του. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στις θείες υποστάσεις, αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα της ακτίστου φύσεως είναι το ότι δεν υφίσταται τροπή ή αλλοίωση, δεν γίνεται και απογίνεται. Άλλωστε η τροπή και η αλλοίωση, το γινόμενο και το απογινόμενο είναι ίδιο γνώρισμα της κτιστής φύσεως.
Θα μπορούσε κανείς να αναφέρη πολλά παραδείγματα από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά περί του ανθρωπίνου προσώπου, αλλά θα αρκεσθούμε εντελώς τηλεγραφικά σε τρία ζητήματα, τα οποία θα δήτε ανεπτυγμένα στο κείμενο το οποίο θα δημοσιευθή.
Το πρώτο είναι η αναφορά που κάνει για το λεγόμενο προσωπείο, το οποίο συνδέει με τον σκοτασμό του νού, και την διάχυσή του δια των αισθήσεων στο περιβάλλον. Στην πτωτική του κατάσταση ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβη ότι δεν είναι αληθινό πρόσωπο, αλλά ένα ειδεχθές προσωπείο. Όμως, όταν μετανοήση και επιστρέψη ο νούς στην καρδιά, τότε ο νούς βλέπει αυτό το δύσμορφο και απαίσιο προσωπείο. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος: Όταν ο νούς απομακρυνθή από κάθε αισθητό και ανασηκωθή από τον κατακλυσμό που του δημιουργεί η τύρβη, η ενασχόληση με αυτά, τότε θα “κατοπτεύση τον εντός άνθρωπον, τέως μεν επιδών το προσγενόμενον ειδεχθές προσωπείον εκ της κάτω περιπλανήσεως, τούτο δε δια πένθους απονίψασθαι σπεύδει”. Και στην συνέχεια περιγράφει όλον τον ησυχαστικό τρόπο επιστροφής του νού, της καθάρσεως της καρδιάς, της εποψίας των μεγάλων μυστηρίων και της αποκτήσεως της υπαρξιακής ειρήνης.
Το δεύτερο είναι η πορεία του ανθρώπου από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση. Αυτή η πορεία εκπληρώνει την υποστατική αρχή και την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Είναι πορεία που απομακρύνει τον άνθρωπο από το προσωπείο και τον καθιστά πρόσωπο. Βέβαια, και το προσωπείο δεν σημαίνει παντελή αλλοτρίωση του ανθρώπου και εξαφανισμό του, αλλά ότι τίθεται ένα δύσμορφο και δυσειδές προσωπείο, που δεν είναι στοιχείο της προσωπικότητος του ανθρώπου, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό. Οπότε η κάθαρση του κατ’ εικόνα και η πορεία προς το καθ’ ομοίωση είναι στην πραγματικότητα πορεία του ανθρώπου προς την ολοκλήρωση του αρχικού σκοπού της δημιουργίας του. Άλλωστε, το φωτοστέφανο που περιβάλλει στην αγιογραφία τα πρόσωπα των αγίων δείχνει ότι οι άγιοι είδαν το Φώς του Θεού, που είναι ενυπόσταστο, είδαν την δόξα της θεότητος του Τριαδικού Θεού στην ανθρώπινη φύση του Λόγου.
Το τρίτο σημείο από την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά περί του προσώπου είναι η όλη θεολογία του περί του ησυχασμού, και μάλιστα η παρουσίαση του προσώπου της Θεοτόκου και του τρόπου τον οποίον μετήλθε για να φθάση στην κατά Χάρη θέωση και να γίνη το πρόσωπο δια του οποίου ενηνθρώπισε ο Χριστός. Εκείνο που πρέπει να σημειωθή είναι ότι η θέωση του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με την στοχαστική αναλογία, δηλαδή με την σχολαστική θεολογία, που στηρίζεται στην μεταφυσική, της οποίας φορεύς ήταν ο Βαρλαάμ, αλλά με την ησυχαστική μέθοδο και τον ησυχαστικό τρόπο ζωής.

Συμπέρασμα

Στα όσα προηγήθηκαν προσπαθήσαμε να δούμε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για το πρόσωπο του Θεού και των ανθρώπων. Διαπιστώθηκε ότι το πραγματικό πρόσωπο είναι ο Θεός. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομιλεί για τον Θεό μέσα από την δική του πνευματική εμπειρία, την αποκάλυψη του Θεού, που δέχθηκε ο ίδιος, χρησιμοποιώντας βιβλικούς όρους. Όμως, για να αντιμετωπίση και τους αιρετικούς της εποχής του, χρησιμοποίησε και τους όρους πρόσωπο, υπόσταση, ουσία, ενέργεια κ.λ.π. Ήξερε, βέβαια, ότι ο Θεός δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους όρους αυτούς, αφού η εμπειρία υπερβαίνει την ορολογία. Κατά την διάρκεια της θεωρίας του Θεού, καταργούνται τα πάντα, κάθε γνώση που προέρχεται από την αίσθηση και τα αισθητά, επομένως και κάθε ορολογία που προέρχεται από την φιλοσοφία. Οι όροι μπορούν κάπως να μας βοηθήσουν στην διατύπωση της εμπειρίας, είναι οδοδείκτες για την παραμονή μας στον τρόπο της θεραπείας, αλλά γνωρίζουμε ασφαλώς ότι Θεόν “φράσαι μεν αδύνατον, ως ο εμός λόγος, νοήσαι δε αδυνατώτερον”, κατά την εύστοχη παρατήρηση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου1.
Επίσης, επειδή στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δεχόμαστε την στοχαστική αναλογία, η οποία δεν θεραπεύει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχει καμμία αναλογία μεταξύ ακτίστου Θεού και κτιστού ανθρώπου. Οπότε, δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα μεταξύ του προσώπου του Θεού και του προσώπου του ανθρώπου. Απλώς οι άγιοι κατά συγκατάβαση, σαν σε παραδείγματα, και παρουσιάζοντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις ομιλούν και για τον άνθρωπο ότι είναι πρόσωπο–υπόσταση, χωρίς να ξεχνούν ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ προσώπου Θεού και προσώπου ανθρώπου. Καί, βέβαια, η μόνη γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός.
Και με αυτές τις προϋποθέσεις ο άνθρωπος μπορεί να γίνη από δυνάμει, ενεργεία πρόσωπο–υπόσταση, χωρίς να ταυτισθή απόλυτα με τον Θεό, ακολουθώντας την μέθοδο της ορθοδόξου ησυχίας, όπως την εξέφρασε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και υπερβαίνοντας την κτιστότητα και θνητότητά του, με όλες τις συνέπειές τους, με την άκτιστη Χάρη του Θεού. Διότι μόνον με την άκτιστη ενέργεια του Θεού μπορούμε να υπερβούμε την κτιστότητά μας, και να γίνουμε κατά Χάρη θεοί, να αποκτήσουμε κατά Χάρη αυτό που ο Θεός είναι κατά φύση και να μεθέξουμε κατά μετουσία αυτό που ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν. Μέσα από την κατά Χάρη θέωση μπορούμε να βιώσουμε μερικά γνωρίσματα του προσώπου–υποστάσεως.
© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου