Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Προσευχή ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ



Τὸ κομποσχοινάκι εἶναι θαυματουργό!
Ἡ καλυτέρα προσευχὴ εἶναι ὅ,τι ἐσὺ ἐπινοεῖς ἐκείνην τὴν ὥρα. Δὲν εἶναι μόνον, θέλω νὰ διαβάσουμε Μετάληψη νὰ μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αὔριο. Ἄ, «ἀπὸ ρυπαρῶν χειλέων, ἀπὸ βδελυρᾶς καρδίας...»· διαβάζουμε, οὔτε καταλαμβάνουμε τί λέμε. Ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ βρεῖς προσευχή, ἐσὺ ὁ ἴδιος· ὁπότε καταλαμβάνεις τί λὲς εἰς τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη δύναμη, νὰ ποῦμε, μεγάλη δύναμη!
Ἔ, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι αὔριο θὰ μεταλάβουμε. Θὰ μεταλάβουμε. Θά ῾ρθει οὐσιωδῶς ὁ Παράκλητος ν᾿ ἁγιάσει τὰ Δῶρα· πῶς θὰ τὸν ὑποδεχθεῖς; «Στὸ ἔλεός Σου, στὴν εὐσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με». Ἔχει δύναμη διότι τὸ λὲς καὶ τὸ καταλαμβάνεις, ἀπὸ μέσα ἀπ᾿ τὴν ψυχή σου βγαίνει αὐτὴ ἡ εὐχή, νὰ ποῦμε. Διότι πολλὲς φορὲς διαβάζουμε, ἀλλοῦ τρέχει ὁ νοῦς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα σου, τὸ καταλαμβάνεις τί λές.
Ἡ εὐχὴ (προσευχὴ) εἶναι ὁ καθρέφτης τοῦ Μοναχοῦ.
Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀνάγκη δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνει τὸν ἑαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.
Οἱ ἄνθρωποι στὸν κόσμο εἶναι καὶ ἐπιστήμονες, οὔτε τὸ Σάββατο δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τὴν Κυριακή, ἔχουν τὴν ὑπηρεσία αὐτὴ τὴν ὥρα. Μπορεῖς αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας τὴν προσευχή.

*

Θέλεις νὰ γίνεις ἕνας καλόγηρος πολὺ καλός; Μὴν ἀφήνεις τὴν εὐχή. Κατὰ τὸ μέτρο σου καὶ ἡ εὐχή σου.
Ἔλεγα κι ἐγὼ στὸν Γέροντα: «Γέροντα, καὶ στὴν κόλαση νὰ πάω δὲν φοβᾶμαι, ἀρκεῖ τὴν εὐχὴ νὰ λέω». Τόση γλυκύτητα, τόση χαρὰ σοῦ παραδίδει μέσα αὐτὴ ἡ εὐχούλα -μικρὴ εἶναι, ἀλλὰ πόση δύναμη ἔχει!- ὅποτε λές, καὶ στὴν κόλαση νὰ πάω δὲν φοβᾶμαι, θὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ στὴν κόλαση. Αὐτὰ δέστε τα, γιατὶ τὰ περάσαμε καὶ τὰ παραδίδομε καὶ σὲ σᾶς.
Ἐμεῖς εἴμαστε ραφτάδες στὸν Ἅγιο Παῦλο, κι ἐγὼ ὡς ἀρχάριος δὲν εἶχα γνωρίσει ἀκόμη τὸν γερο-Ἰωσήφ. Φεύγοντας ἀπὸ τὸ σπίτι πῆρα τὸ κομποσχοίνι νὰ πάω στὸν Ἅγιο Παῦλο. Κατουνάκια - Ἅγιος Παῦλος εἶναι δυόμιση ὧρες. Πέρασα τὴ Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, πέρασα τὴν Ἁγία Ἄννα, κατηφορίζω λοιπὸν γιὰ τὴ Νέα Σκήτη. Ὅταν ἔφτασα κοντὰ στὸ μύλο, ἐκεῖ ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό, ξύπνησα! Βρέ, λέω, πότε ἔφτασα ἐδῶ πέρα; Εἶχα ἀφοσιωθεῖ τόσο πολὺ στὴν εὐχὴ ποὺ δὲν ἔβλεπα τὸ δρόμο!

*

Θὰ κάνεις ἐργόχειρο, κάνεις ἕνα διακόνημα, μὴν ἀφήνεις τὴν εὐχούλα, γιατὶ καὶ ἡ εὐχὴ σὲ θεοποιεῖ. Τὸ πρῶτο-πρῶτο, πατέρες, ποὺ θὰ αἰσθανθεῖτε, θὰ εἶναι ἡ χαρά! Τὸ πρῶτο στάδιο, τὸ πρῶτο σημεῖο, τὸ ὁποῖο θὰ αἰσθανθεῖτε λέγοντας τὴν εὐχή, εἶναι ἡ χαρά. Καὶ ἡ χαρὰ δὲν εἶναι τίποτες ἄλλο, ἕνα πετραδάκι στὴν ἀκροθαλασσιά, εἶναι τὸ πράγμα ὅτι μέσα ἀρχίζεις νὰ φωτίζεσαι! Γι᾿ αὐτὸ λέγε τὴν εὐχούλα, λέγε τὴν εὐχούλα, λέγε τὴν εὐχούλα καὶ αὐτὸ θὰ σὲ φέρει σὲ ἄλλη κατάσταση πολὺ καλύτερη, τὴν ὁποία ὅσο καὶ νὰ σκεφθεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ σκεφθεῖς.
Ὁ μαθητὴς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὰ τοῦ γυμνασίου, οὔτε τοῦ γυμνασίου, τοῦ πανεπιστημίου. Ἀλλὰ ὅταν ἡ χάρις θέλει νὰ ἔρθει μέσα σου, θὰ τὸ καταλάβεις ὅτι εἶσαι τώρα μαθητὴς τοῦ γυμνασίου, εἶσαι μαθητὴς τοῦ πανεπιστημίου, ὁ ἴδιος θὰ τὸ καταλάβεις.

*

Μία ψυχὴ πῆγε στὴν τουαλέτα, κι ἔλεγε τὴν εὐχή. Ἄ, καὶ φανερώνεται ὁ διάβολος ἐκεῖ. Βρὲ ῾σύ, λέει, βρώμικη εὐχὴ λές. Ἄ, μά, καὶ ὁ καλόγηρος: Ἄκουσε ἀποστάτα τῆς θείας Μεγαλειότητος, λέει, ἡ κένωσις τοῦ σώματος πηγαίνει κάτω, ἡ κένωσις τῆς ψυχῆς πηγαίνει ἀπάνω, δὲν ἔχει καμιὰ ἕνωση.

*

Στὸ σπίτι μας παραπάνω καθόταν ἕνας καλόγηρος καί, κρίσις Θεοῦ, ἤτανε δαιμονισμένος. Οἱ γέροι δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρχονται κάτω στὸ σπίτι μας, νὰ μεταλάβουν, καὶ πήγαινα ἐγὼ στὸ σπίτι τοὺς ἀπάνω, ποὺ εἶναι ὁ πάτερ-Γεδεὼν ἐκεῖ ἀπάνω, καὶ τοὺς μετελάμβανα. Πήγαινα στὸ Ἱερό, ἔβγαζα τὸ Ἀρτοφόριο, ἐρχόντουσαν οἱ γέροι στὴν Ὡραία Πύλη ἐκεῖ καὶ τοὺς μετελάμβανα. Αὐτὸς μοῦ ῾λεγε: «Ὁ διάβολος ἐκεῖ κάθεται στὴν ἄκρη, στὴ Λιτή». Τοῦ λέω: «Τὸν βλέπεις;» «Τὸν βλέπω», λέει. Καὶ ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι: «Ὅταν λέω τὴν εὐχὴ ταράττεται ὁ διάβολος, ὅταν λέω δεύτερη φορὰ ἀφρίζει· τὴν τρίτη εὐχὴ ἄφαντος γίνεται!» Νὰ ἡ δύναμις τῆς εὐχῆς. Αὐτὸ ποὺ λένε τὰ βιβλία μας ὅτι:
- Παιδί μου, λέει ὁ Γέροντας, πὲς τὴν εὐχή.
- Μὰ λέω καὶ δὲν καταλαμβάνω τίποτες.
- Δὲν καταλαμβάνεις, λέει, ἐσύ, ἀλλὰ ὁ διάβολος καταλαμβάνει καὶ φεύγει.
Νά, σ᾿ αὐτὸν τὸν καλόγηρο.
Ἄ, νὰ ποῦμε καὶ τὸν ἄλλο μὲ τὸ καλάθι.
Ἕνας ὑποτακτικός, σὰν ὁ Γέροντας τώρα, λέει τὸν πάτερ-Ἀρσένιο:
- Λέγε τὴν εὐχή.
- Λέω τὴν εὐχή, δὲν καταλαμβάνω τίποτε.
- Ὁ διάβολος καταλαμβάνει καὶ φεύγει.
- Ἔ, καὶ ποῦ θὰ καταλάβω ἐγώ;
- Ἔ, καλά, παιδί μου, θέλεις νὰ δεῖς θαῦμα;
- Ναί, θαῦμα θέλω νὰ δῶ, Γέροντα.
- Καλά, τοῦ λέει, θὰ προσευχηθῶ στὸ Θεὸ νὰ σοῦ δείξει θαῦμα, νὰ καταλάβεις πόση δύναμη ἔχει ἡ εὐχή. (Τὰ γράφουν τὰ πατερικὰ βιβλία).
- Καλά.
Ἔκανε προσευχὴ ὁ Γέροντας, ἔκανε καὶ νηστεία, τριήμερο νηστεία.
- Ἔλα ἐδῶ, παιδί μου, τώρα, πάρε τὸ καλάθι, πήγαινε ἀπάνω στὴ βρύση νὰ τὸ γιομίσεις νερό.
- Γέροντα, μὲ συγχωρεῖς, ἐγώ, λέει, τὰ μυαλά μου τά ῾χω, τὸ καλάθι θὰ γιομώσω νερὸ ἔξω;
- Καλά, παιδί μου, δὲν εἶπες ὅτι θέλεις νὰ δεῖς θαῦμα; Νὰ δεῖς τί δύναμη ἔχει ἡ εὐχή; Δὲν θέλεις;
- Ναί, λέει.
- Ἔ, κάνε αὐτὸ ποὺ μοῦ λέω, ἀλλὰ θὰ λὲς τὴν εὐχή, ὅλο τὴν εὐχὴ θὰ λές.
-Νά ῾ναι εὐλογημένο.
Πάει. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», βάζει τὸ καλάθι στὴ βρύση ἀπὸ κάτω. Τὸ νερὸ γιομίζει τὸ καλάθι, δὲν τρέχει τὸ καλάθι, ἀλλὰ λέει τὴν εὐχή. Ἐννοεῖται ὁ Γέροντας στὸ δωμάτιο προσηύχετο νὰ τοῦ δείξει ὁ Θεὸς θαῦμα στὸν παραγυιό του. Τὸ γιόμωσε τὸ καλάθι.
Μόλις τὸ εἶδε, τρέχει λοιπὸν νὰ τὸ δείξει στὸν Γέροντα.
«Γέροντα, γιόμωσε τὸ καλάθι νερό!» Στὸ δρόμο λοιπὸν φανερώνεται ὁ διάβολος μὲ μορφὴ ἀνθρώπινη, λέει:
- Καλόγερε, ποῦ πᾶς;
- Πάω στὸν Γέροντά μου.
- Πῶς σὲ λένε;
- Γεώργιο.
- Πόσα χρόνια ἔχεις καλόγερος;
- Πέντε-ἕξι.
- Τί δουλειὰ κάνεις;
- Σφραγίδια.
Πάει, ἔφυγε τὸ νερὸ κάτω! Ἔπιασε τὴν ἀργολογία, ἄφησε τὴν εὐχή, πῆγε στὸν Γέροντα μὲ ἄδειο τὸ καλάθι!
- Τί συμβαίνει, παιδί μου;
- Γέροντα, ἔτσι κι ἔτσι.
- Ἄφησες τὴν εὐχή, παιδί μου, γι᾿ αὐτὸ ἔφυγε τὸ νερό. Βλέπεις ὅταν ἔλεγες τὴν εὐχή, τὸ καλάθι κρατοῦσε τὸ νερό, ὅταν σταμάτησες κι ἄρχισες τὴν ἀργολογία, ἔφυγε τὸ νερό.
Καὶ ὁ Θεὸς μᾶς δοκιμάζει καμιὰ φορὰ νὰ μᾶς ξυπνήσει, νὰ ποῦμε. Σοῦ στέλνει ἕναν πειρασμὸ ὁ Θεός, ὁ Θεὸς θέλει νὰ σὲ ξυπνήσει, μὴν κοιμᾶσαι· μὴν κοιμᾶσαι, λέγε τὴν εὐχούλα.

*

Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν προσεύχεται εἰς τὸ Θεό, ἀπορροφᾶ, τρόπον τινά, τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός, νὰ ποῦμε, εἶναι ἀγαθός, δὲν ὀργίζεται, μακροθυμεῖ. Καὶ ῾σὺ μετὰ τὴν προσευχή, σοῦ ῾ρχεται ἕνα τέτοιο πράγμα, μακρόθυμος, ὅ,τι νὰ σοῦ κάνει ὁ ἄλφα, ὁ βήτα, δὲν πειράζει, ἔ, δὲν πειράζει αὐτό. Ἐπειδὴ ἡ χάρις σὲ χαρίτωσε. Θὰ σὲ κάνει κατόπιν, πῶς νὰ ποῦμε, πάντα προσευχόμενον. Ναί. Ἐπῆρες αὐτὴ τὴν ἰδιότητα, προσευχόμενος εἰς τὸ Θεό, τὴν πῆρες αὐτὴ τὴν ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ.

*

Ὅ,τι ὁ Γέροντας μᾶς παρέδωσε, ἀλλὰ καὶ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες στὴ Φιλοκαλία ποὺ γράφουν, καὶ ὅ,τι ἡ μικρή μας πείρα μᾶς δίδαξε, ἡ καλυτέρα προσευχὴ γίνεται νύχτα.

*

Ὅταν ξυπνήσουμε τὸ βράδυ καὶ βολιδοσκοπήσουμε τὴν ψυχή μας ὅτι ρέπει πρὸς τὴ λύπη, τότες θὰ φέρουμε θεωρίες θλιβερές. Ἐγὼ στὸ κελλάκι μου ὅταν βρίσκομαι καὶ ξυπνάω, φέρνω μία θεωρία ὅτι πέθανα, μοῦ ἔκαναν ἀνακομιδὴ οἱ πατέρες καὶ φέραν ἕνα καλάθι μπροστὰ στὸ τραπέζι. Ἐκεῖ εἶναι τὰ κόκκαλά μου, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ νεκροκεφαλή, ἡ κάρα ποὺ λέμε. Δὲν μοῦ λὲς ἐσύ, παπα-Ἐφραίμ, τώρα ποῦ βρίσκεσαι; Βρίσκεσαι στὸν παράδεισο; Καλῶς. Ἂν βρίσκεσαι στὴν κόλαση, τότες ἄρχισε ἀπὸ τώρα καὶ κλαῖγε καὶ θρήνησε ὅτι εἶσαι ἀνάξιος της ἀποστολῆς σου, νὰ ποῦμε. Κι ἀπὸ ῾κεῖ ἔρχονται οἱ διάφορες ἔννοιες, θεωρίες καὶ προβιβάζεται ἡ ψυχή, τρόπον τινά, ἀπὸ λίγη κατάνυξη σὲ μεγαλυτέρα, σὲ μεγαλυτέρα.
Ὅταν ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἔχει ἡ ψυχὴ χαρά, φέρνουμε θεωρίες χαροποιές. Τὸ κυριότερο, νὰ ποῦμε, ἡ χαροποιὰ θεωρία εἶναι στὴ σοφία τοῦ Θεοῦ. «Ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων» (Ψαλμ. 142, 5).
Ὅταν φέρουμε τὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, μὲ τί σοφία τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Θεὸς ὅλο, δὲν μπορεῖ παρὰ ὁ νοῦς προβιβάζεται σὲ ἀνωτέρα θεωρία, σὲ ἀνωτέρα θεωρία καὶ θαυμάζει καὶ ἐκπλήττεται τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχει ὁ Θεός, ὅτι ἐδημιούργησε ὅλο τὸ σύμπαν καὶ τελευταία ἔκανε τὸν ἄνθρωπο. Ἀφοῦ τὰ ἔκανε ὅλα, τελευταῖον ἔκανε τὸν ἄνθρωπο. Βασιλέα τῆς κτίσεως. Ἀπὸ ῾κεῖ θά ῾ρθουν ὅλες οἱ θεωρίες οἱ χαροποιές.

*

Τώρα ὁ ἀδερφὸς λέει στὴν ἐκκλησία. Τὸ ἴδιο εἶναι καὶ στὴν ἐκκλησία. Ἂν μὲν ἔχεις κατάσταση, μπορεῖς νὰ πεῖς τὴν εὐχούλα. Ὅταν δὲν ἔχεις, τότες θὰ παρακολουθήσεις τὰ ψαλσίματα, τὰ διαβάσματα, τὰ ὁποῖα ἀκούω ἐκεῖ στὸ ἀναλόγιο. Καθὼς καὶ στὴ Λειτουργία, ἔτσι εἶναι. Καὶ στὴ Λειτουργία πολλὲς φορὲς ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σὲ ἔκσταση, δὲν ἀκούει ἐκεῖνα τὰ λόγια, ὄχι μᾶλλον δὲν ἀκούει, μεταποιεῖ, θεοποιεῖ τὰ λόγια. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Ποῦ πηγαίνεις; Νὰ πάρεις τὸν Θεό. Τότες χαίρεσαι. Ἐὰν μὲν ἔχει προηγηθεῖ ἡ χαρά, δὲν μπορεῖς παρὰ μὲ δάκρυα νὰ προσέλθεις· δάκρυα χαρᾶς, νὰ προσέλθεις νὰ μεταλάβεις. Ὅταν ἔχουν προηγηθεῖ δάκρυα λύπης: «Θεέ μου, συγχώρησέ μου τὰς ἁμαρτίας μου. Εἰς τὸ ἔλεός Σου, εἰς τὴν εὐσπλαγχνία Σου, στὴν ἀγάπη Σου. Μᾶς τὸ εἶπες ὅτι "Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος" (Ἐξ. 34,6). Μᾶς τὸ εἶπες. Ἐκεῖ στηρίζομαι καὶ προσέρχομαι ἀναξίως». Οὐδεὶς ἄξιος, λέει καὶ ὁ ἱερεὺς ὅταν προσεύχεται. Καὶ ἐκεῖ περισσότερο στηρίζεσαι καὶ προσέρχεσαι...
Νὰ σᾶς πῶ, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πατέρας τοὺς Κατουνακιώτας, πολλοὶ ποὺ ἐρχόντουσαν νὰ μεταλάβουν, δὲν ἄκουες τίποτες, μόνο ἔβλεπες τὰ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν καὶ τοὺς μετελάμβανες. Ἔ, ὁ γέρος αὐτός, νὰ ποῦμε, ὅλη τὴ Λειτουργία δὲν μιλοῦσε καθόλου, ἀλλὰ ἤτανε σκυμμένος καὶ τώρα, εἴτε σὲ θεωρία ἐρχότανε, εἴτε σὲ βαθυτέρα ἔννοια τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ. Διότι δωρεὰν βαπτιστήκαμε, δωρεὰν μᾶς ἔδωσε τὸ βάπτισμα, δωρεὰν μᾶς ἔδωσε τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα Του, δωρεὰν μᾶς δίδει καὶ τὸν Παράδεισο. Δὲν πληρώνουμε τίποτες.
Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει καρδίαν καθαράν. Νὰ προσέχουμε μόνο στὸ Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει μέσα στὴν καρδιά μας συντροφιές, θέλει μόνον Αὐτὸς νὰ βασιλεύει. Ἂν μποροῦμε νὰ τὸ πετύχουμε, τότες πετυχαίνουμε καὶ εὔκολα τὴν καρδιακὴ προσευχή.

*

Ἡ χάρις δὲν μᾶς ἐξετάζει ἐμᾶς πότε θά ῾ρθει. Λέει ἕνας ἀπὸ τὴ συνοδία μου, λέει, σήμερα ἦταν τῆς Μεταμορφώσεως, δὲν ἐχάρηκα. Δὲν ἐχάρηκες τῆς Μεταμορφώσεως; Ναί. Μπορεῖς νὰ χαρεῖς τὴν ἄλλη μέρα ποὺ εἶναι καθημερινή. Ὄχι ἀπὸ τὸ σεβάσμιο τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἡ χάρις. Ἔχει βέβαια, δὲν εἶναι καὶ καθολικὸς νόμος αὐτός. Ἀλλὰ πάντως ὅμως ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφοροτέρα ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων.
Ἄλλος χαροποιήθηκε ἀπάνω στὸ μοτόρ, ἄλλος ἀπάνω στὸ ἀεροπλάνο. Ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ εἶναι διάφορος. Ἄλλος χαροποιήθηκε πηγαίνοντας στὴν Ἁγία Ἄννα ἕνα ἄλεσμα στὸ μύλο. Ἐκείνην τὴν ὥρα χαροποιήθηκε. Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κρίνουμε γιατὶ ὁ Θεός, τρόπον τινά, δὲν μᾶς χαριτώνει μέσα στὴ Λειτουργία, ἀλλὰ μᾶς χαριτώνει ἐκτὸς Λειτουργίας. Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κρίνουμε αὐτό. Μπορεῖς καὶ μέσα στὴ Λειτουργία νὰ χαριτωθεῖς, μπορεῖς στὴ Λειτουργία νὰ μὴ χαριτωθεῖς, νὰ χαριτωθεῖς ἀπάνω στὸ ἐργόχειρο. Αὐτὸ εἶναι ἡ κρίσις Του. Τὸ δικό μας εἶναι πάντοτε νὰ προσευχώμεθα. Ὅταν ὁ Θεὸς ἐπισκέπτεται τὴν ψυχή μας, θέλει καὶ ἀπαιτεῖ νὰ τὴ βρίσκει σὲ προσευχή. Νὰ μὴ βρίσκει τὴν ψυχή μας καὶ τὴ διάνοιά μας μετεωριζομένη. Αὐτὸ λυπεῖ τὸ Θεό. Λυπεῖ τὸ Θεό. Μποροῦμε νά ῾χουμε ὅλη τὴν ἡμέρα αὐτοσυγκέντρωση; Αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει.

*

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἰδίως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, τὸ λέει μέσα ὅτι ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι μία γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἀναλόγως τῆς καταστάσεως. Ὁ ἄλλος λέει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἄλλος λέει: «Ἰησοῦ Χριστέ μου, ἐλέησόν με». Ἄλλος λέει: «Ἰησοῦ μου, ἐλέησον μέ». Ἄλλος: «Ἰησοῦ μου». Ἄλλος τίποτε. Ἔ, τὸ τίποτα εἶναι σ᾿ ἕναν ἀνώτερο βαθμό, νὰ ποῦμε, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ μιλήσεις ἐκείνην τὴν ὥρα, μόνο ἀπολαμβάνεις αὐτὴν τὴ γλυκύτητα. Ὅταν ὑποβιβάζεται αὐτὴ ἡ κατάσταση, τότε βλέπεις μέσα σου καὶ λέει τὴν εὐχὴ ἡ καρδιά σου. Τότες ἐκείνη τὴν ὥρα μπορεῖς νὰ λύσεις καὶ πολλὰ προβλήματα. Ἐνῶ προηγουμένως δὲν ἄκουες τὴν εὐχή, ὅταν ἦρθες στὸ τέρμα, στὸ ζενὶθ δὲν ἄκουες τίποτα, μόνο ἀπολάμβανες ἔτσι. Ὅταν ὑποβιβάστηκε, ἀκοῦς καὶ ἡ καρδιά σου λέει τὴν εὐχή, ὅποτε μπορεῖς ν᾿ αὐτοκυριαρχήσεις ἐκείνην τὴν ὥρα. Στὸ ἄλλο ὅμως δὲν μπορεῖς ν᾿ αὐτοκυριαρχήσεις. Ὄχι ὅτι δὲν μπορεῖς, ἀλλὰ δὲν σ᾿ ἀφήνει, σὲ τραβάει. Καὶ τὰ παρατᾶς ὅλα καὶ κάθεσαι σὰν ἕνας ἄψυχος, νὰ ποῦμε, καὶ παρακολουθεῖς. Πόσο θὰ διαρκέσει αὐτὸ εἶναι κρίσις Θεοῦ. Πόσο θὰ διαρκέσει αὐτὸ τὸ πράγμα. Μπορεῖ νὰ διαρκέσει καὶ μισὴ ὥρα, μπορεῖ νὰ διαρκέσει καὶ πέντε λεφτά, μπορεῖ νὰ διαρκέσει καὶ περισσότερο.

*

Σ᾿ ἕνα μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸ γνωρίζετε, ἰδιόρυθμο ἤτανε. Εἶπε ὁ παπὰς στὸν ἀγωγιάτη:
- Κύριε Δημήτριε, μοῦ φέρνεις καὶ μένα πέντε-δέκα φορτία ξύλα, νὰ κάψω τὸ χειμώνα;
- Θὰ σοῦ φέρω, παπα-Ἐφραίμ.
Ἔφερε.
- Φέρ᾿ τα ἀπὸ ῾δῶ.
- Ὄχι ἀπὸ ῾κεῖ, τὸ ζῶο φοβᾶται, Γέροντα.
- Φέρ᾿ τα ἀπὸ ῾δῶ, ντέ.
Μαλώσανε.
- Ἀσυγχώρητος.
Κι ἐσὺ ἀκοινώνητος.
Ἔφυγε ὁ ἀγωγιάτης, πῆγε ἀπάνω στὸ βουνό. Ὁ παπὰς τώρα τί πρέπει νὰ κάνει; Μπορεῖ νὰ λειτουργήσει, νὰ φέρει σὲ ἀδιαφορία, ὅτι ἐγὼ εἶχα δίκιο; Ὄχι. Μπορεῖ νὰ λειτουργήσει; Ὄχι. Τί νὰ κάνει. Τώρα μάχονται δύο: «Καλά, αὔριο ποὺ θὰ ῾ρθεῖ -γιατὶ ἤτανε βραδάκι- αὔριο ποὺ θά ῾ρθει ὁ ἀγωγιάτης, τοῦ λέω ὅτι νὰ μὲ συγχωρέσει». Ὁ ἄλλος λέει: «Καλά, ἂν δὲν ἔρθει ὁ ἀγωγιάτης αὔριο κι ἔλαβε ἕνα τηλεγράφημα ἀπὸ τὴ γυναίκα του νὰ πάει ὅτι τὸ παιδὶ ἀρρώστησε, τί θὰ κάνεις;» Πάτερ, ἐδῶ εἶναι ὁ θησαυρὸς τοῦ καλογήρου. Προσευχή.
- Παναγία μου, τί νὰ κάνω; (Τὸ Ἰβήρων ἦταν τὸ μοναστήρι.)
- Παναγία Πορταΐτισσα, τί νὰ κάνω, βοηθησέ με.
Κεραυνοβόλος ἔρχεται ἡ πληροφορία, ἡ ἔμπνευση, νὰ ποῦμε, ἡ παρουσία τῆς Παναγίας.
Ὅλοι μας ξέρομε ὅτι τὰ μοναστήρια τὰ Ἁγιορείτικα, ὅταν βασιλεύει ὁ ἥλιος κλείνουνε. Ἔχουν ὅμως κι ἕνα πορτάκι μικρὸ τόσο, ποὺ ἐν καιρῷ, σπάνια τὸ ἀνοίγουν αὐτό. Ἀνάβει λοιπὸν ὁ παπὰς τὸ φανάρι του, περνάει τὸ πορτάκι κι ἀνεβαίνει ἀπάνω στὸ βουνό.
- Καλησπέρα σας.
- Καλῶς τὸν παπά.
- Εὐλογημένε κύριε Δημήτρη, νὰ μὲ συγχωρέσεις.
- Θεὸς σχωρέσου. Συγχώρεσέ με κι ἐσύ.
Συγχωρεθήκανε καὶ κατέβηκε κάτω ὁ παπὰς πάλι καὶ λειτούργησε τὴν ἄλλη μέρα. Βλέπετε ὅτι σὲ κάθε περίπτωση ἐπιβάλλεται ἡ προσευχή. Δὲν μπορεῖς ἐκείνη τὴν ὥρα τί νὰ κάνεις, σαστίζεις, δὲν ξέρεις τί νὰ κάνεις. «Παναγία μου, τί νὰ κάνω;» Καὶ σὲ βοηθάει ἡ Παναγία. Δὲν μπορεῖς, πάτερ, νὰ λειτουργήσεις. «Μὴ τὰ ἁμαρτήματά μου κωλύσωσι ἐνθάδε παραγενέσθαι τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα». Πάτερ μου, λειτουργᾶμε, μεταλαμβάνομε, ἡ χάρις κατέρχεται, ἀλλὰ «μὴ εἰς κρίμα ἢ εἰς κατάκριμα», τὸ λέμε κι αὐτό.

*

Οἱ περισσότεροι ποὺ ἔρχονται στὰ Κατουνάκια, πές μας, λένε. Ἔ, νὰ σᾶς πῶ ὅτι, ἀφιερῶστε τουλάχιστον τὸ εἰκοσιτετράωρο μισὴ ὥρα. Ὅποια ὥρα, κατὰ τὴν κοσμικιὰ δέκα, ἕντεκα πρὸ τοῦ μεσονυκτίου. Καὶ νὰ λέτε τὴν εὐχούλα δίχως νὰ κρατᾶτε κομποσχοίνι στὸ χέρι σας. Ἱκετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔτσι.
Καλλιέργησέ το αὐτὸ καὶ θὰ δεῖς τί καρπὸ θὰ βγάλει. Ἀπὸ μισὴ ὥρα θὰ τὸ κάνεις κατόπιν μία ὥρα· καὶ πρόσεξε ὅτι ἐκείνην τὴν ὥρα εἴτε τὸ τηλέφωνο θὰ σοῦ χτυπήσει, ἢ αὐτὴ τὴ δουλειὰ πρέπει νὰ τὴν κάνω τώρα, ἢ ὕπνος θὰ σὲ χτυπήσει ἐκείνην τὴν ὥρα. Τίποτες. Κλεῖσ᾿ το τὸ τηλέφωνο, τελείωσε ὅλες τὶς δουλειές σου καὶ κάνε αὐτό, μισὴ ὥρα, ὄχι περισσότερο. Καὶ θὰ δεῖς, αὐτὸ εἶναι, θὰ φυτέψεις ἕνα δεντράκι κι αὔριο - μεθαύριο θὰ κάνει καρπό. Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος κι ὁ ἅγιος Βασίλειος ἀπ᾿ αὐτὸ ἄρχισαν. Μικρὸ δεντράκι κι ἔγιναν φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης.

*

Ἡ ᾀσματικὴ Νύμφη ὅταν ἔφυγε μὲ τὸ λογισμό της ἀπὸ τὴ γῆ, διότι τῆς εἶπαν ὅτι στὸν οὐρανὸ ὑπάρχει ὁ Νυμφίος σου, ἐπῆγε εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ εἶπε στοὺς ἀγγέλους:
- Παραμερίστε, παραμερίστε.
- Τί θέλεις;
- Θέλω τὸν Νυμφίο μου, λέει.
- Καὶ τί τὸν θέλεις;
- Θέλω νὰ τὸν δῶ.
Κι ἔδειξε τὸ δακτυλίδι τὸ ὁποῖο ἐχάρισε ὁ Χριστὸς ἀπάνω εἰς τὴν κουρά. Ἐχάρησαν τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, ὅταν εἶδαν τὸ δακτυλίδι, ὡς ἡ Μεγαλομάρτυς καὶ πάνσοφος Αἰκατερίνη.
Ὅταν δὲ κατόπιν ἔδειξε καὶ τὸ Σχῆμα τὸ ἀγγελικό, ἀνεβόησαν, κεκράγεσαν, ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον ἐκ τῆς βοῆς αὐτῶν, ἐκ τῆς χαρᾶς, διότι εἰσῆλθεν ἄνθρωπος εἰς τὸ τάγμα τους. Καὶ ἤρξαντο νὰ ἐναγκαλίζουν καὶ νὰ φιλοῦν τὴν ᾀσματικὴ νύμφη.
Ξαφνικὰ ἐσιώπησαν. Διότι διετάχθησαν νὰ σιωπήσουν. Καὶ μία φωνὴ ὡς αὔρα λεπτὴ ἠκούσθη [ὅπως ἐχθὲς διαβάσαμε τὸν Προφήτη Ἠλία, οὔτε εἰς τὴν φωτιά, οὔτε εἰς τὸν σεισμό, οὔτε σ᾿ αὐτό, δὲν ἦταν ὁ Θεός. Στὴν αὔρα λεπτὴ (Γ´ Βασ. 19,11-12)]:
- Καὶ ἵνα τί με ζητεῖς ἐδῶ; Δὲν ξέρεις ὅτι μέσα στὴν καρδιά σου ὑπάρχω;
Ἔ, τότες ἡ ᾀσματικὴ Νύμφη συνῆλθε, ὅπως ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος, καὶ εἶδε μέσα της Αὐτὸν τὸν ὁποῖον ζητοῦσε καὶ ἔτρεχε στὰ βουνὰ καὶ στὰ ὄρη νὰ ζητήσει, τὸν εἶδε μέσα της. Ὄντως «ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐντὸς ἡμῶν ἐστι»! (Λουκ. 17,21).
Κάτι τέτοιες θεωρίες ἔρχονται μέσα εἰς τὴν ἡσυχία τῆς νυκτός. Ὁπότε κατόπιν ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸ μέτρο του ἀπολαμβάνει. Τίποτε δὲν θέλεις ἐκείνη τὴν ὥρα, μόνον αὐτὴν τὴ θεωρία, αὐτὴν τὴ γλυκύτητα, αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἡδονὴ νὰ αἰσθάνεσαι. Καὶ στὴν κόλαση νὰ ὑπάγω, αὐτὸ θὰ αἰσθανθῶ, δὲν τὸ θεωρῶ τίποτες. Δὲν εἶμαι μέσα στὴν κόλαση.

*

Δοκίμασε τὸν ἑαυτό σου, πάρε τὸ κομποσχοινάκι σου, κάθησε μίαν ὥρα, κάνε κομποσχοίνι, κουράστηκες. Ἔ, τότες θέλεις ἄλλην τροφή, βάλε λίγη ἀνάγνωση ἢ ψάλλε ἢ κάνε κανένα ἄλλο ἔτσι σωματικὸ ἔργο, νὰ ποῦμε. Ἡ ἀλλαγὴ δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς τροφῆς ὠφελεῖ, πολὺ ὠφελεῖ...

*

Ἕνα ὄνομα νὰ θυμηθεῖς γιὰ τὴν ἄλλη τὴ ζωή, αὐτὸ σὲ πυρώνει, ὁπότε ὅλα τ᾿ ἄλλα σβήνουνε καὶ μένει αὐτὸ τὸ ὄνομα. Μόνο ἕνα ὄνομα ἢ τὰ αἰώνια ἀγαθά. Δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ πέρασα, αὐτὸ λέω, τ᾿ ἄλλα ποὺ δὲν πέρασα, δὲν μπορῶ νὰ τὰ πῶ.
Τὰ αἰώνια ἀγαθά! Ἡ αἰώνιος ζωή! Ἡ αἰώνιος μακαριότης! Τάκ, σταματάει ὁ νοῦς. Μπορεῖς ἐκείνην τὴν ὥρα νὰ ἐπιβληθεῖς στὸν ἑαυτό σου, νὰ διαβάσεις εὐχὲς Λειτουργίας; Δὲν μπορεῖς. Αὐτὸ σὲ φθάνει. Ὁπότε, ὅταν προχωρᾶς ἰδίως στὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία», δὲν μπορεῖς νὰ προχωρήσεις, πάτερ. Ἑνώνεσαι μὲ τὸ Θεό! Τὸ πνεῦμα σου μὲ τὸ Πνεῦμα. Ἑνώνεσαι! Ὁπότε κατόπιν οὔτε καὶ μπορεῖς νὰ προχωρήσεις, καὶ ἀπὸ τὰ δάκρυα ἰδίως, πῶς νὰ πῶ τώρα, σὲ πιάνει ἕνας ἴλιγγος, σὲ πιάνει ὄχι φρίκη, γλυκιὰ φρίκη! Πῶς νὰ πῶ τώρα; «Τίς εἰμι ἐγώ, Κύριε, καὶ τίς ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου» (Β´ Βασ. 7,18), ὥστε καὶ μένα μὲ γνωρίζει ὁ Θεός! Εἶσαι βαπτισμένος, πάτερ, καὶ σὲ γνωρίζει καὶ σένα ὁ Θεός! Μέχρι ἐκεῖ σταματᾶς. Σταματάει κι ἡ λογική, σταματᾶνε ὅλα. Δὲν μπορεῖς, πάτερ, νὰ αὐτοκυριαρχήσεις, νὰ προσευχηθεῖς. Ἐκεῖ σταματάει. Δὲν μπορεῖς, μόνο κάθεσαι καὶ κλαῖς, καὶ κλαῖς, καὶ κλαῖς καὶ κλαῖς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσεις τίποτες.

*

Ἐσὺ μπορεῖς νὰ κατανυγεῖς καὶ νὰ μὴ σὲ παίρνει ὁ ἄλλος μυρωδιά. Κι ἐγὼ ἐδῶ κι ἐσὺ ἐκεῖ καὶ μπορεῖ νὰ προσευχώμεθα καὶ νὰ κλαῖμε καὶ νὰ μὴ μ᾿ ἀκοῦς ἐσύ. Αὐτὸ μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες. Ὄχι νὰ φυσᾶς καὶ νὰ κραυγάζεις ὅτι κατανύσσεσαι. Ὄχι δὲν εἶναι καλογερικὸ αὐτό.

*

Ὁ Γέροντας εἶχε βγεῖ ἔξω τὴ διακαινήσιμο ἑβδομάδα· πᾶνε πολλὰ χρόνια. Εἶπε ὁ γερο-Ἰωσὴφ εἰς τὴ Γερόντισσα Εὐπραξία καὶ τὶς ἄλλες ἀδελφές: «Βρῆκα ἕνα παπαδάκι καλὸ» (γιὰ μένα ἔλεγε). Συνεννοήθηκε ἡ Γερόντισσα μὲ τὶς ἄλλες, καὶ μοῦ πλέξανε ἕνα σκουφάκι.
Ὅταν ἦρθε ὁ γερο-Ἰωσήφ, πῆγε στὶς ἁλυκές· δὲν ἀνέβηκε ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι. Κατεβήκαμε ὅλοι κάτω. Λέει ὁ Γέροντας: «Βρὲ παπά, πάρε αὐτὸ τὸ σκουφάκι». Μόλις τὸ φόρεσα ἐγὼ τὸ σκουφάκι αὐτό, ἄναψα ἀπὸ προσευχὴ καὶ θεῖο ἔρωτα! «Τί σκουφὶ εἶναι αὐτό, Γέροντα;» τοῦ λέω. «Νὰ ἤξερες», λέει ὁ Γέροντας, «τί προσευχὲς ἔκανε ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία σ᾿ αὐτὸ τὸ σκουφάκι!»

*

Ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία ἔστειλε ἕνα κομποσχοινάκι. Νομίζω ἤτανε πενηντάρι, «Γέροντα», λέω, «δῶσε μου αὐτὸ τὸ κομποσχοινάκι». «Πάρ᾿ το», μοῦ λέει. Εἰς τὴν εἰκόνα ποὺ μοῦ εἶχε δώσει ὁ Γέροντας, (μία εἰκόνα καὶ ἕνα πολυσταύρι), τὸ κρέμασα αὐτὸ τὸ κομποσχοινάκι. Καὶ ὅταν αὐτὸ εὐωδίαζε τὴν ἡμέρα, ἤξερα ὅτι τὸ βράδυ θὰ ἔχω προσευχή. Ὅταν δὲν εὐωδίαζε τὸ κομποσχοινάκι, δὲν εἶχα προσευχή. Χρόνια πολλὰ αὐτό.

*

Ἡ προσευχή, τὸ κομποσχοίνι, ἡ ἐλεημοσύνη νικᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καμιὰ ἁμαρτία δὲν εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

*

Ἕνα κομποσχοίνι ποὺ κάνεις γιὰ τὸν ἀδελφό σου, γιὰ τὸν συγγενῆ σου, δὲν πάει χαμένο. Ὁ Θεὸς θὰ τὸν βοηθήσει, ὅταν βρεθεῖ σὲ δύσκολη θέση. Τὸ κομποσχοίνι, ὄχι βοηθάει, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ἀπὸ τὴν κόλαση μπορεῖ νὰ βγάλει! Τόση δύναμη ἔχει ἡ προσευχή.

*

Ἐγὼ μνημόνευα τὸν παππού μου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἱερεύς. Τότε ἤμασταν ζηλωταί· πρὶν λάβουμε τὶς πληροφορίες. Δὲν τὸν μνημονεύαμε εἰς τὴν λειτουργία, διότι ἦτο νεοημερολογίτης. Τοῦ ἔκανα πολλὰ κομποσχοίνια, καὶ παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σοῦ ἔκανε, τόσες ἐξομολογήσεις κλπ., ἐλέησον αὐτόν». Τοῦτο ἔπραττα ἐπὶ καιρόν.
Ἕνα βράδυ τὸν εἶδα εἰς τὸν ὕπνο μου (ὅραμα· ἦτο ἀποκάλυψις Θεοῦ), νὰ μὲ φιλεῖ καὶ νὰ μοῦ λέει: «Εὐχαριστῶ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σὲ καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω καὶ τὴ γιαγιά μου, νὰ μὲ πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ μοῦ λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου καὶ γιὰ μένα, ἵνα πάω ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ ὁ παππούς σου τώρα». Ἦταν ὁλοζώντανο αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα. Αἰσθανόμουνα ὅτι ἦσαν νεκροί.

*

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγάλο. Ὁ γερο-Ἰωσὴφ μᾶς εἶχε εἰπεῖ, ὅτι ὄχι μόνο μὲ τὴ Θ. Λειτουργία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν προσευχὴ μπορεῖς νὰ βγάλεις ψυχὴ ἀπὸ τὴν κόλαση.
Προσευχότανε ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ γιὰ μία ψυχὴ ἀρκετὸ καιρό. Καὶ στὸ τέλος νομίζω, ὅτι μᾶς εἶπε, εἶδε ὅραμα, ποὺ ἡ ψυχὴ εἶπε: «Μεγάλη μου ἡμέρα σήμερα. Πηγαίνω εἰς τὸ καινούργιο μου σπίτι». Καὶ οὕτω πληροφορήθηκε ὅτι σώθηκε ἡ ψυχή.

*

Ἐγὼ κάποτε, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος, πολεμήθηκα ἀπὸ τὸν διάβολο· εἶχα σαρκικὸ πόλεμο. Ξάπλωσα νὰ κοιμηθῶ, ἀλλὰ ὁ πόλεμος τῆς σαρκὸς δυνατός. Ἄρχισα μὲ ζέση νὰ λέω τὴν εὐχή. Τότε, μεταξὺ ὕπνου-ξύπνου βλέπω ἕνα ὄνειρο: Ἀπέναντι εἰς τὴν ἐξώπορτα, ἤτανε ἕνας δαίμονας, ὅπως τὸν περιγράφουν οἱ Πατέρες, μὲ κέρατα, μὲ μαῦρα φτερὰ κλπ., καὶ κάγχαζε. Δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ πλησιάσει εἰς τὸ κελλί μου! Συνῆλθα· πῆγα καὶ τὸ διηγήθηκα κατόπιν εἰς τὸν γερο-Ἰωσήφ. Μοῦ λέει: «Βλέπεις, παιδί μου, ὅτι μὲ τὴν εὐχὴ τὸν κρατᾶς εἰς τὴν ἐξώπορτα, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ πλησιάσει!»

*

Ἡ νοερὰ προσευχὴ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον φέρνει τὸν ἄνθρωπο εἰς τὴν πρώτη χάρη τοῦ βαπτίσματος.

*

[Αὐτοσχέδια προσευχή. Ὑπάρχει μαγνητοφωνημένη στὴν κασέτα ( ἢ τὸν δίσκο ποὺ συνοδεύει τὸ βιβλίο.]
Ὁ Θεός, ὁ Ἀόρατος, ὁ Ἀθάνατος, τὸ Αἰώνιον, τὸ Ἄπειρον, τὸ Ἀτελεύτητον τὸ Ἀνεξιχνίαστον, τὸ Ἀμετάβλητον.
Ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· τὸν ἥλιον, τὴν σελήνην, τοὺς ἀστέρας, τὰς θαλάσσας, τοὺς ὠκεανοὺς καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς κινούμενα ζῶα.
Ὁ Θεὸς ὁ καθήμενος ἐπὶ θρόνου δόξης καὶ ἐπιβλέπων ἀβύσσους.
Ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς.
Μύριαι μυριάδες καὶ χίλιαι χιλιάδες παρεστηκότες ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι κύκλῳ τῆς ἀπροσίτου Σου δόξης, τὰ πολυόμματα Χερουβεὶμ καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, τὰ κυκλοῦντά Σε καὶ ἀναβοῶντα τὸν γλυκύτατον καὶ ἀκατανόητον ὕμνον: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος.
Ἡ μεγάλη γέφυρα, ἡ μεγάλη διαλλαγή, ἡ μεγάλη συμφιλίωσις, ὁ μεγάλος σύνδεσμος ἡμῶν τῶν πεπτωκότων καὶ ἀχαρίστων ἀνθρώπων μὲ τὸν Ἄναρχόν Σου καὶ λελυπημένον Πατέρα Σου.
Ὁ γενόμενος τὸ θύμα.
Ὁ ἀναλαβὼν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ ἐκφέρων αὐτὰς εἰς τὸν Σταυρόν.
Δὸς καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς μίαν ἀκτίνα τῆς χάριτός Σου καὶ βοήθησον ἡμᾶς καὶ δίδαξον ἡμᾶς καὶ φώτισον ἡμᾶς:
Πῶς θὰ Σὲ ἀκολουθήσουμε.
Πῶς θὰ Σὲ ἀναπαύσουμε.
Πῶς θὰ Σὲ εὐαρεστήσουμε.
Ἴνα γίνωμεν καὶ ἡμεῖς μέτοχοι ἐκείνων τῶν ἀνεκλαλήτων ἀγαθῶν, τῶν ὁποίων ἑτοίμασε ἡ πατρική Σου ἀγάπη.
Ταῖς πρεσβείαις τῆς γλυκυτάτης Σου Μητρὸς καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνός Σοι εὐαρεστησάντων. Ἀμήν.

*

Ἡ μεγάλη δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας· αὐτὸ εἶναι.
Νὰ ἀκούσουμε τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία».
Πόσες φορὲς τὸ εἶπα ἐγὼ (σὰν ἱερεύς).
Ὅταν τὸ λέει ὁ παπάς, μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω, νὰ κλάψω.
Αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας μας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ προσδοκία μας.
Ἐκεῖ θὰ πᾶμε ὅλοι.
Θὰ μᾶς ἀγκαλιάσει, θὰ μᾶς φιλήσει.
Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας μας, ὁ Δημιουργός μας.
Εἶναι λέξεις, οἱ ὁποῖες σοῦ τονώνουν τὸ ἠθικό.
Ἐκεῖ εἶναι ἡ προσδοκία μας, ἡ ἀνάπαυσίς μας.
Νὰ πᾶμε στὸν Πατέρα μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Πατέρας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου