Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας: Ο ακλόνητος υπερασπιστής της Ησυχαστικής παραδόσεωςΗλίας Λιαμής, Σύμβουλος Ενότητας Πολιτισμού


Ιστορικές συνθήκες
Σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αυτήν που ακολούθησε αμέσως μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τον Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο (1261), η προσωπικότητα του αγίου Θεολήπτου δεσπόζει σε εκκλησιαστικό αλλά και πολιτικό επίπεδο. Αναλόγως της σημασίας της, οι μαρτυρίες είναι φτωχές, γεγονός που ορισμένες φορές υπήρξε αιτία παρερμηνείας ή και διαστρεβλώσεως των ενεργειών και των κινήτρων του [1]. Μόλις πρόσφατα η επιστημονική έρευνα παρουσίασε λεπτομερώς γεγονότα και καταστάσεις, καθώς και όλα τα διασωθέντα έργα του, ώστε να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την δράση και την προσωπικότητα του ανδρός [2].
Ο βίος του αγίου Θεολήπτου αρχίζει το 1250 στη Νίκαια της Βιθυνίας, όταν η Κωνσταντινούπολη ήταν ακόμη στα χέρια των Φράγκων. Η πορεία του κινείται παράλληλα με την νέα προσπάθεια του Βυζαντινού κράτους να ξαναβρεί τον μίτο της ιστορικής του συνέχειας μετά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1204-1261). Σύντομα όμως φάνηκε ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι όπως πρώτα. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία σύντομα εξελίχθηκε σε «δύναμη δευτέρας κλάσεως», πιεζόμενη από Δύση και Ανατολή και έτοιμη να υποκύψει ανά πάσα στιγμή [3]. Όσο κατά το παρελθόν διατηρούσε την αυτοδυναμία της αλλά και το αίσθημα ασφάλειας για τους πολίτες της, πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία, αν και όχι πάντα αρμονικά συνεργαζόμενες, θεωρούσαν ότι συγκροτούν τον ένα ψυχο-σωματικό οργανισμό της αυτοκρατορίας και είχαν ως κοινό στόχο και προσανατολισμό την ιστορική συνέχιση της θεοκρατίας. Τώρα όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει, καθώς η ανάγκη βοήθειας, κυρίως από την Δύση, απαιτούσε συμβιβασμούς τους οποίους η Εκκλησία δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί. Κατά την αξιολόγηση του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου -αλλά και λίγο ως πολύ όλων των διαδόχων του-, η επιβίωση του κράτους έπρεπε να τεθεί υψηλότερα από την ακρίβεια του δόγματος. Η δυσαρμονία που παρουσιάστηκε ανάμεσα σε δύο ρόλους, που ανέκαθεν κατείχε ο αυτοκράτορας -εκείνου του πολιτικού ηγέτη και εκείνου του θεματοφύλακα της γνησιότητας του δόγματος- οδήγησε πολιτική ηγεσία, κλήρο και λαό σε σύγχυση κριτηρίων και σύγκρουση επιλογών. Αυτός ο διχασμός της κοινωνίας, τον οποίον, όπως έδειξαν αργότερα οι Ησυχαστικές έριδες, προκάλεσαν πολύ σοβαρότεροι παράγοντες από απλές πολιτικές συγκυρίες, οδήγησε την αυτοκρατορία σε ένα είδος πολιτικής και πνευματικής σχιζοφρένειας, της οποίας οι συνέπειες επεκτάθηκαν ως την άλωση (1453).
Ο άγιος Θεόληπτος υπήρξε ιεράρχης της Εκκλησίας, που την εποχή εκείνη βρέθηκε σε τριπλό κίνδυνο: Είδε να απειλείται η ακρίβεια του δόγματός της (φιλενωτικός πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος), η ενότητα του σώματός της (αίρεση των Αρσενιατών) και τέλος η συγκεκριμένη ιστορική της μορφή, καθώς η μία μετά την άλλη οι τοπικές εκκλησίες γνώριζαν την Οθωμανική κατάληψη. Στο πρόσωπό του εικονίζεται ο αγώνας του πληρώματος της Εκκλησίας -παράλληλος με εκείνον επάνω στα τείχη- να διατηρήσει ανόθευτη την αλήθεια της πίστεως, γεγονός που το θεωρούσε προϋπόθεση σωτηρίας πολύ πιο αναγκαία από την στρατιωτική υποδομή και τις συμμαχίες με την Δύση.

Πέρα από τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις, η εποχή του αγίου Θεολήπτου χαρακτηρίζεται από έντονη πνευματική δραστηριότητα. Είναι γνωστό ότι η παρακμή του Βυζαντινού κράτους δεν σήμανε και την παρακμή του Βυζαντινού πολιτισμού [4]. Πιο αυξημένη από ποτέ άλλοτε είναι, για παράδειγμα, η συγγραφή κάθε είδους έργων. Η δίψα για Ελληνική μόρφωση είναι εντυπωσιακή. Φθάνει μάλιστα σε σημείο τέτοιο, ώστε να αναρωτιέται κανείς μήπως η επιστροφή στο ένδοξο παρελθόν δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά φυγή από το ζοφερό παρόν. Παραλλήλως, η εποχή αυτή σηματοδοτείται από την επίδραση που ασκούν στην Βυζαντινή κοινωνία οι καρποί της Αναγεννήσεως, προερχόμενοι από την Δυτική Ευρώπη. Είναι αλήθεια ότι πολύ δύσκολα μπορεί να χαραχτεί διαχωριστική γραμμή μεταξύ Θεολογίας και Ανθρωπισμού στο Βυζάντιο, κυρίως κατά τους τελευταίους αιώνες [6]. Είναι όμως πραγματικότητα η επιρροή που υπέστη η ανώτερη κυρίως κοινωνική τάξη της Κωνσταντινουπόλεως από την Ευρωπαϊκή διανόηση. Αν και κατά την εποχή του αγίου Θεολήπτου τις επιρροές αυτές μόνον ως τάσεις μπορούμε να σκιαγραφήσουμε, είναι χαρακτηριστικό ότι αυτός διαισθάνεται ότι πρέπει να αντλήσει τις απαντήσεις των εκκλησιολογικών και θεολογικών προβλημάτων από το χώρο της αναχωρήσεως και νοεράς ασκήσεως, εναντίον του οποίου λίγο αργότερα συγκεντρώθηκαν όλα τα πυρά των αντιησυχαστών [7].
Μπροστά στο επερχόμενο τέλος, το οποίο φαινόταν μάλλον αναπόφευκτο σε κάθε ψύχραιμο παρατηρητή, η Εκκλησία προσπάθησε να απαλλαγεί από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό των φθαρτών κοσμικών σχημάτων. Την στιγμή που η ενότητα της αυτοκρατορίας υπήρξε ζήτημα ζωής ή θανάτου, ο άγιος Θεόληπτος δεν δίστασε να διαχωρίσει την θέση του από την επίσημη εκκλησιαστική «γραμμή», ακριβώς διότι έσχατη καταστροφή δεν θα ήταν, κατ’ αυτόν, η κατάλυση του κράτους, όπως θεωρούσε ο αυτοκράτορας και οι προσκείμενοι σ’ αυτόν εκκλησιαστικοί κύκλοι, αλλά η νόθευση της αλήθειας της Εκκλησίας, η οποία θα συνέχιζε -και έπρεπε να συνεχίσει- την πορεία της μέσα στην ιστορία.
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Παραπομπές:

1. Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Θ΄ (19793), 144. Πρβλ. L. Previale, Due monodie inedite di Matteo di Efeso, BZ 41 (1941), 12-13. Πρβλ. Γρηγ. Α΄, 85.
2. Βλ. Ιωάννου Κ. Γρηγορόπουλου, Θεολήπτου Φιλαδελφείας του Ομολογητού (1250-1322) βίος και έργα, τόμ. Α΄ (στο εξής Γρηγ. Α΄) και Β΄ (στο εξής Γρηγ. Β΄), έκδ. Τέρτιος, Κατερίνη, 1996. Δεν υπάρχει πρόθεση να αναφερθούν όλα τα στοιχεία της έξοχης αυτής διδακτορικής διατριβής. Αναφορά γίνεται μόνον σε εκείνα που συμβάλλουν στην διαμόρφωση ενός ιστορικού υπόβαθρου της ανθρωπολογίας του αγίου Θεολήπτου και στην σύνδεσή της με την προσωπικότητά του.
3. Βλ. G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους (μτφρ. Ι. Παναγόπουλου), τόμ. Γ΄ (Αθήνα 1981), 165 κ. εξ.
4. Βλ. σχετ. S. Runciman, The last Renaissance, New York 1970. W Hanssig, A history of Byzantine civilisation, London 1971, 357-370. Β. Τατάκη, Η Βυζαντινή φιλοσοφία, Αθήνα 19772, 213-284. Πρβλ. Αρχιμ. Χ. Σαββάτου, Η θεολογική ορολογία καί προβληματική της πνευματολογίας Γρηγορίου Β΄ του Κυπρίου, Αθήναι 1995, 13.
5. Βλ. D. M.Nicol, «The Byzantine Church and Hellenic Learning in the Fourteenth Century», Ecclesiastical History studies V, 1969, 23-57.
6. Βλ. του ἰδίου, Church and society in the last centuries of Byzantium (1979), ιδιαίτερα 31-97.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου